«Δεν υπάρχει εξουσία που να μην ανατραπεί από την άδεια κατσαρόλα». Η φράση αυτή ανήκει στον Σουλεϊμαν Ντεμιρέλ. Ο πρώην πρόεδρος και πρωθυπουργός της Τουρκίας – γνωστός και για τις ιστορικές του ατάκες – ήθελε με το παράδειγμα της άδειας κατσαρόλας να υπογραμμίσει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει το βιοτικό επίπεδο και οικονομική κατάσταση στην εκλογική συμπεριφορά. Ιστορικά στην Τουρκία, όντως υπήρξαν συγκυρίες κατά τις οποίες η άδεια κατσαρόλα ανέτρεψε εξουσίες. Μεταξύ αυτών και η διακυβέρνηση Ντεμιρέλ. Εάν όμως το συγκεκριμένο παράδειγμα μετατραπεί σε αξίωμα, τότε τι γίνεται με την περίπτωση Ερντογάν; Γιατί η σημερινή «άδεια κατσαρόλα» της κοινωνίας στην Τουρκία δεν ανέτρεψε την μακρόχρονη εξουσία Ερντογάν; Είναι γεγονός ότι στο σημερινό φτωχό νοικοκυριό στην Τουρκία, η κατσαρόλα είναι άδεια και γεμίζει με πολλές δυσκολίες, εξαιτίας του εξωφρενικού επιπέδου πληθωρισμού. Είναι επίσης γεγονός ότι η διακυβέρνηση Ερντογάν χαρακτηρίζεται από τον ανεξέλεγκτο αυταρχισμό. Όμως συνεχίζει να επιβιώνει και μάλιστα να επικρατεί έναντι μιας άνευ προηγουμένου αντιπολιτευτικής κινητοποίησης.
Στο συγκεκριμένο δίλημμα λοιπόν προκύπτουν τουλάχιστον τρία ζητήματα:
>Το πρώτο είναι η ανάδειξη του βιοτικού επιπέδου σε κυρίαρχο παράγοντα της εκλογικής επιλογής.
>Το δεύτερο προκύπτει από τα αναπάντητα ερωτήματα του πως και πότε αδειάζει η κατσαρόλα.
>Το τρίτο ζήτημα σχετίζεται με την μονοδιάστατη ανάγνωση του αυταρχισμού ως ένα μηχανισμό καταστολής ενάντια στην αντιπολίτευση.
Το σύνολο των πιο πάνω για την περίπτωση των εκλογών 2023 στην Τουρκία, έχουν διαψεύσει σχεδόν πανηγυρικά την φράση Ντεμιρέλ. Ο λόγος πιθανόν να βρίσκεται στην ελλιπή εκτίμηση, τόσο για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, όσο και για την ιδεολογικοπολιτική οριοθέτηση των χαρακτηριστικών του αυταρχισμού.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ: Ν. Μούδουρος: Λύση «κομμάτι – κομμάτι» προωθεί η Τουρκία
>Η καταστολή ως ένας από τους λόγους αναπαραγωγής της εξουσίας
Υπάρχουν βεβαίως ξεκάθαροι και εξαιρετικής σημασίας θεσμικοί λόγοι που μπορούν να εξηγήσουν την αναπαραγωγή του αυταρχικού καθεστώτος Ερντογάν για τόσα πολλά χρόνια. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η κυβέρνηση μονοπωλεί των έλεγχο όλων των κύριων ΜΜΕ, αλλά και της δομής της δικαιοσύνης. Στις πλείστες των περιπτώσεων το δικαστικό σώμα λειτουργεί ως προέκταση του προεδρικού γραφείου. Οι φυλακές είναι γεμάτες από ακτιβιστές της Αριστεράς, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και πολιτικούς της αντιπολίτευσης. Η κουρδική αντιπολίτευση, δηλαδή, η μοναδική πραγματικά οργανωμένη μη δεξιά δύναμη στη χώρα, βρίσκεται υπό διωγμό. Όλα αυτά μπορούν να φωτίσουν τους τρόπους με τους οποίους περιορίζεται η φωνή της αντιπολίτευσης, τους μηχανισμούς καταστολής και ελέγχου που ασκεί η εξουσία, του φόβου που καλλιεργεί. Ωστόσο τα προαναφερθέντα φαινόμενα, είναι αυτά που συνήθως γίνονται κατανοητά δια γυμνού οφθαλμού. Η δημοφιλία και η αντοχή του ερντογανικού αυταρχισμού, είναι αποτέλεσμα βαθύτερων διαδικασιών και παραγόντων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ανάλυση: Μια παγκόσμια αλλά και τουρκική πραγματικότητα
>Το ζήτημα της κοινωνικής ανισότητας
Ένα από τα συνηθισμένα ερωτήματα που επαναφέρει η νέα πρόσφατη εκλογική νίκη Ερντογάν σχετίζεται με την κακή οικονομική κατάσταση. Σε αυτό το επίπεδο ωστόσο δίνεται βάρος στον πληθωρισμό και παραβλέπονται άλλες επίσης σημαντικές εξελίξεις. Η οικονομία της Τουρκίας ήδη από τα τέλη του 2020 και σε συνθήκες πανδημίας επανήλθε σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Το 2022 η μεγέθυνση ήταν στο 5,6%, ενώ στο πρώτο τέταρτο του 2023 οι θετικοί ρυθμοί καταγράφηκαν στο 4%. Το ΔΝΤ ταμείο προβλέπει ότι η μεγέθυνση της τουρκικής οικονομίας θα ολοκληρωθεί το 2023 με ρυθμούς 2,7%, ενώ για το 2024 η πρόβλεψη είναι στο 3,6%. Σχετικά θετική είναι και η καθοδική πορεία της ανεργίας. Μετά τα ποσοστά που άγγιξαν το 15% το 2019, σήμερα η ανεργία έχει συγκρατηθεί στο 10-11% . Ένα από τα βασικά προβλήματα της Τουρκίας είναι η «βίαιη» εμβάθυνση της ανισότητας στο διαμοιρασμό εισοδημάτων και η ένταση της κοινωνικής αδικίας. Σήμερα εργάζονται πολύ περισσότεροι άνθρωποι στην χώρα, αλλά διαμοιράζονται πολύ μικρότερο μέρισμα από το παραγόμενο εισόδημα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν. Το 2022 το μέρισμα των εισοδημάτων εργασίας στο ΑΕΠ ήταν 26,5%, ενώ το μέρισμα των εισοδημάτων του κεφαλαίου αυξήθηκαν στο 54,5%. Κοντά σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών εργαζομένων έχει μισθούς πέριξ του κατώτατου που υπολογίζεται περίπου στα 470 ευρώ για το 2023. Επομένως εκείνο που βιώνει η κοινωνία είναι ένα σοκ στο επίπεδο των ανισοτήτων. Ο βασικός προσανατολισμός της κυβέρνησης λοιπόν ήταν η «συγκάλυψη» και η μετατροπή των ανισοτήτων σε «βιώσιμες».
>Η φθηνή εργασία ενάντια στην ανεργία
Ουσιαστικά η κυβέρνηση ακολούθησε για μεγάλο χρονικό διάστημα μια «συνεσταλμένη» αναπτυξιακή πολιτική, η οποία από τη μια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γνήσιος κρατικός καπιταλισμός, αλλά ούτε και ένας ορθόδοξος νεοφιλελευθερισμός. Δημιούργησε πολλά και διαφορετικά σχήματα κοινωνικής πρόνοιας, καταφέρνοντας να δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τμήματα των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού. Ενσωμάτωσε πολλά εργαλεία κρατικού καπιταλισμού στο νεοφιλελεύθερο της πρόγραμμα και ξεχώρισε με την ιδιαίτερη ένταση της προώθησης επενδύσεων στην στρατιωτική βιομηχανία. Ένα βασικό χαρακτηριστικό ήταν και η προώθηση της εργοδότησης στην εξαγωγική μεταποιητική βιομηχανία και τον κατασκευαστικό τομέα της χώρας σε συνδυασμό με την πολιτική χαμηλών επιτοκίων και υποτίμησης του νομίσματος. Με αυτούς τρόπους κατάφερε να επιβάλει την φθηνή εργασία στο κέντρο της οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά την ίδια στιγμή περιόρισε την απώλεια θέσεων εργασίας. Το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαρτίου 2022 και Μαρτίου 2023, ο αριθμός των μισθωτών εργαζομένων στους κλάδους της βιομηχανίας, του εμπορίου και των κατασκευών, αυξήθηκαν κατά 6.5% και έφτασαν στα 14,5 εκατομμύρια. Ταυτόχρονα, τα δάνεια προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι οι κυριότερες εστίες φθηνού εργατικού δυναμικού, αυξήθηκαν από 271,4 εκατομμύρια τουρκικές λίρες το 2013 σε 1,7 τρισεκατομμύρια τουρκικές λίρες το 2023. Αυτά είναι ίσως και τα μοναδικά στοιχεία του νέου οικονομικού μοντέλου που εξήγγειλε ο Ερντογάν, τα οποία φαίνεται να λειτούργησαν ως άμυνα υπέρ της συγκράτησης ψήφων.
Βεβαίως δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί και το γεγονός ότι η κακή οικονομική κατάσταση και οι συνέπειες της «άδειας κατσαρόλας» δεν βιώνονται ομοιόμορφα σε ολόκληρη την χώρα. Πολύ διαφορετικές είναι οι εμπειρίες της φτωχοποίησης του πληθυσμού στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα της Τουρκίας από την φτωχοποίηση που βιώνεται στις επαρχιακές πόλεις και στην ύπαιθρο. Επομένως είναι κατανοητό γιατί τουλάχιστον στην κεντρική Ανατολία, ο Ερντογάν παραμένει ιδιαίτερα ισχυρός.
Με λίγα λόγια, κατά την προεκλογική εκστρατεία ο Ερντογάν ανέδειξε το απόσταγμα της πολιτικής που ακολουθεί την τελευταία δεκαετία ως εξής: Απέναντι στην καταγγελία της αντιπολίτευσης για διαφθορά και αυταρχισμό, πρόταξε την ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα και της στρατιωτικής βιομηχανίας. Συνεπώς υποσχέθηκε θέσεις (φθηνής) εργασίας τόσο στην γραφειοκρατία, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Με αυτό τον τρόπο, η «άδεια κατσαρόλα» αμφισβήτησε αλλά δεν κατέστρεψε την εξουσία Ερντογάν. Οι μάζες των μισθωτών εργαζομένων, ιδιαίτερα στις επαρχιακές πόλεις της Ανατολίας μαζί με τον βασικό πυρήνα των ιδιοκτητών μικρομεσαίων επιχειρήσεων προτίμησαν να στηρίξουν την πολιτική χαμηλών μισθών – διευρυμένης εργοδότησης, παρά να περάσουν σε καθεστώς ανεργίας και υψηλών επιτοκίων. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη πολιτική μάλλον υπόσχεται μια «βιώσιμη κατάρρευση» και υπό αυτή την έννοια δεν φαίνεται προς το παρόν να αντέχει μακροπρόθεσμα. Είναι λοιπόν αναμενόμενο, ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση να προχωρήσει σε κάποια βήματα επαναπροσδιορισμού κάποιων από τις πτυχές της οικονομικής της στρατηγικής.
Το κόμμα – κράτος: Μαζική οργάνωση αναπαραγωγής του Ερντογανισμού
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας της επικράτησης Ερντογάν είναι κοινωνικοπολιτικός και στηρίζεται στην δυνατότητα κινητοποίησης που ακόμα διατηρεί το δίκτυο εξουσίας του προέδρου της χώρας. Είναι γεγονός ότι το ΑΚΡ έχει φθαρεί. Όμως διατηρεί σε κάποιο βαθμό την μαζικότητα του. Σύμφωνα με τα στοιχεία Ιανουαρίου 2023, το ΑΚΡ έχει 11.241.230 μέλη. Είναι το έκτο μαζικότερο πολιτικό κόμμα σε παγκόσμια κλίμακα. Το ξεπερνούν μόνο κόμματα όπως Το Ινδικό Λαϊκό Κόμμα, το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο, το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ΗΠΑ και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Το ΑΚΡ έχει περισσότερα κομματικά μέλη από το σύνολο του πληθυσμού χωρών όπως η Ελλάδα, η Σουηδία, η Πορτογαλία, η Τσεχία. Στις εκλογές της 14ης Μαΐου 2023, το ΑΚΡ κέρδισε 19.3 εκ. ψήφους (35.6%) από 21.3 εκ. ψήφους που είχε το 2018. Μειώνει την εκλογική του δύναμη, αλλά συνεχίζει να κερδίζει περισσότερους ψήφους από το σύνολο της εκλογικής δύναμης που έχουν μαζί τα δύο κυριότερα κόμματα της αντιπολίτευσης (CHP και İYİ Parti – περίπου 17 εκ. ψήφους).
Παρά την αποδυνάμωση του συνεχίζει να συνδέεται με ένα ωκεανό οργανώσεων – φιλανθρωπικών, επαγγελματικών, γυναικείων, νεολαίας, συνδικάτων, συνδέσμων – που δρουν πολύ έντονα και μαζικά στις εργατικές συνοικίες των μητροπόλεων. Επιπλέον, επωφελείται και από το μικρότερο αλλά επίσης δραστήριο δίκτυο τοπικών οργανώσεων της ακροδεξιάς, το οποίο εδώ και χρόνια είναι μέρος του συνασπισμού εξουσίας. Έτσι, σε συνθήκες απουσίας της Αριστεράς, το προαναφερθέν δίκτυο οργανώσεων καταφέρνει να προσφέρει την αίσθηση της ασφάλειας και της προστασίας. Αλλά την ίδια στιγμή αναπαράγει και το ιδεολογικό αφήγημα της εξουσίας, χωρίς ιδιαίτερη αντιπολίτευση.
Συμπερασματικά θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αναπαραγωγή μιας αυταρχικής εξουσίας όπως αυτής του Ερντογάν για τόσο πολλά χρόνια, δεν στηρίζεται μόνο σε ένα πυλώνα του αυταρχισμού όπως είναι η καταστολή της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, το καθεστώς επιζητεί μανιωδώς την λαϊκή νομιμοποίηση και ενεργοποιεί διαφορετικές λειτουργίες του κόμματος – κράτους για να την πετύχει. Επομένως, η επιβίωση της συγκεκριμένης εξουσίας συμπεριλαμβάνει το συνδυασμό καταστολής και συναίνεσης και μάλιστα χαρακτηρίζεται από προσαρμογή αυτών των στοιχείων στις αλλαγές που επιβάλλουν οι εξελίξεις.
*Λέκτορας, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών