Η Κύπρος, μέσα από μια συστηματική προσπάθεια επιδιώκει να αναδείξει το στρατηγικό της πλεονέκτημα τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στέλνοντας παράλληλα το μήνυμα σε Βρυξέλλες, Ουάσιγκτον και άλλους ενδιαφερόμενους πως δεν αποτελεί το εμπόδιο στη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ αλλά και μεταξύ της Ένωσης και της Τουρκίας.
Το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (IISS – International Institute for Strategic Studies) σε πρόσφατη ανάλυσή του για την κατάσταση στην ταραχώδη Ανατολική Μεσόγειο προβαίνει σε μια μελέτη για τον εντοπισμό και αξιολόγηση των παραγόντων αστάθειας στην περιοχή πέρα από τις περιστασιακές εξελίξεις. Στο κεφάλαιο για την Κύπρο αναλύονται οι κινήσεις στις οποίες προβαίνει η Λευκωσία ενισχύοντας το στρατηγικό της ρόλο στην περιοχή μέσα από μια σειρά κινήσεων.
Για την Κύπρο σημειώνει τις κινήσεις συνεργασίας τόσο με το Ισραήλ όσο και με άλλες χώρες της περιοχής αλλά και του Κόλπου. Παράλληλα αναδεικνύει τους στόχους που έχει θέσει η Λευκωσία εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέση. Στην ίδια μελέτη αναλύεται και ο ρόλος των άλλων χωρών της περιοχής και κυρίως η συμπεριφορά της Τουρκίας αλλά και οι κινήσεις της Ελλάδας.
Η κατακερματισμένη περιοχή: Ο χώρος της Ανατολικής Μεσογείου περιλαμβάνει τρία ισχυρά κράτη – Αίγυπτος, Ισραήλ και Τουρκία – δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ελλάδα και Κύπρος (η μισή υπό κατοχή από την Τουρκία) – τρεις χώρες οι οποίες έχουν διαλυθεί – Λίβανος, Λιβύη και Συρία – και κατεχόμενη οντότητα – Παλαιστίνη. Αυτές οι ανισότητες στην κρατική κυριαρχία, δύναμη και ισχύ, σε συνδυασμό με την απουσία μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής χωρίς αποκλεισμούς, ικανής να περιορίσει τις συγκρούσεις και να διευκολύνει το διάλογο, έχουν επιδεινώσει τις πολιτικές διαμάχες, τον ανταγωνισμό και την πολεμική.
Ευθυγράμμιση μεταξύ της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Ελλάδας και του Ισραήλ άρχισε να διαμορφώνεται, υποστηριζόμενη από εξωπεριφερειακές δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε μικρότερο βαθμό η Σαουδική Αραβία. Η άνοδος στην Αθήνα μια φιλοαμερικανικής κυβερνητικής ελίτ και το πάγωμα των σχέσεων μεταξύ της Κύπρου και της Ρωσίας επιτάχυναν μια διαδικασία προσέγγισης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αυτό ενίσχυσε την περιφερειακή αμυντική συνεργασία, με τον κυπριακό, τον αιγυπτιακό, τον ελληνικό και τον ισραηλινό στρατό να συμμετέχουν σε ασκήσεις και ανταλλαγή πληροφοριών με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Γαλλίας.
Η τουρκική ηγεσία είδε τα αραβικά λαϊκά κινήματα ως μια ευκαιρία να επεκτείνει την επιρροή της. Από νωρίς φάνηκε ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιτύχει σημαντική διείσδυση στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και τη Συρία.
Η Κύπρος και η Ελλάδα ανησυχούσαν ότι η κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Αιγύπτιου Προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι θα συντασσόταν με την Άγκυρα σε περιφερειακά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των συνοριακών οριοθετήσεων, ενώ το Ισραήλ είδε την υποστήριξη του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προς τη Χαμάς ως μέρος της περιφερειακής ισλαμιστικής προσέγγισης.
Το αυξανόμενο περιφερειακό προφίλ της Κύπρου: Στην μελέτη του IISS σημειώνει πως η Κύπρος με τη στρατηγική της θέση και προσφέροντας μια εναλλακτική πλατφόρμα για την παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, εκμεταλλεύτηκε επιδέξια τις υλικοτεχνικές ανάγκες και τις ανάγκες ασφάλειας που προκύπτουν από τον συνεχιζόμενο πόλεμο Ισραήλ-Χαμάς για να εμβαθύνει τις σχέσεις της τόσο με το Ισραήλ όσο και με τις ΗΠΑ και να αυξήσει το διπλωματικό της προφίλ στην ΕΕ.
Μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, η Κύπρος έχει εντείνει την ήδη βαθύτερη συνεργασία της σε θέματα ασφάλειας και πληροφοριών με το Τελ Αβίβ. Επιπλέον, έγινε ασφαλές καταφύγιο για χιλιάδες Ισραηλινούς που αναζήτησαν προσωρινό καταφύγιο από τη σύγκρουση στο νησί.
Ταυτόχρονα αποτέλεσε ένα φυσικό κόμβος υλικοτεχνικής υποδομής για επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας για μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας προς Γάζα. Πρότεινε ένα θαλάσσιο διάδρομο για τη μεταφορά βοήθειας. Αν και χρειάστηκαν πέντε μήνες να ξεκινήσει η πρωτοβουλία τελικά το Μάρτη του 2024 ανακοινώθηκε η έναρξη του σχεδίου “Αμάλθεια”. Η μεταφορά βοήθειας προς τη Γάζα είχε την υποστήριξη της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ολλανδίας, των ΗΑΕ, της Βρετανίας και των ΗΠΑ.
Η ενσωμάτωση της Κυπριακής Στρατηγικής: Η πρωτοβουλία της Κύπρου για ανθρωπιστική βοήθεια ενσωματώνει την ουσία της Κυπριακής στρατηγικής τοποθέτησης στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Στόχος της είναι να ξεπεράσει την αντίληψη ότι αποτελεί ενόχληση ή επιπλοκή στον τροχό της συνεργασίας ΕΕ-Τουρκίας και ΕΕ-ΝΑΤΟ, και αντίθετα, να αξιοποιήσει τη γεωγραφία της να αποδείξει πως μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα για την ΕΕ και τις ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είχε δηλώσει τότε πως “αισθανθήκαμε υποχρεωμένοι να προσπαθήσουμε να προσθέσουμε τη θαλάσσια διαδρομή. Είναι το ηθικό μας καθήκον”. Για να προσθέσει πως “δίνει σάρκα και οστά σε αυτό που πάντα λέμε ότι είμαστε: ένα κράτος μέλος της ΕΕ που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της περιοχής, έναν αξιόπιστο εταίρο”.
Σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστεί η συμμετοχή της Κύπρου σε τριμερή σχήματα με την Ελλάδα και το Ισραήλ, και την Ελλάδα και την Αίγυπτο καθώς και στο Φόρουμ Φυσικού Αερίου Ανατολικής Μεσογείου (EMGF).
Η Κύπρος έχει πετύχει ένα σημαντικό στόχο όταν οι ΗΠΑ το Σεπτέμβριο του 2022 ήραν το τελευταίο μέρος του εμπάργκο όπλων. Η αναστολή παρατάθηκε και φαίνεται ότι θα συνεχιστεί. Το πόσο περαιτέρω θα εξελιχθεί η σχέση ΗΠΑ-Κύπρου θα εξαρτηθεί από τη εξέλιξη της περιφερειακής κατάστασης. Ο πόλεμος Ισραήλ-Χαμάς και η πιθανή κλιμάκωση του σε ευρύτερη σύγκρουση έχουν αναγκάσει την Ουάσιγκτον να αυξήσει το στρατιωτικό της αποτύπωμα και να επανεξετάσει την περιφερειακή της στάση μετά από χρόνια αδιαφορίας. Η Κύπρος μπορεί να θεωρηθεί ως μια βολική πλατφόρμα, αν και μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία θα δημιουργήσει νέες προκλήσεις, ιδίως όσον αφορά τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Μεταναστευτικό και τρομοκρατία: Το IISS κάνει ειδική αναφορά και στο θέμα του μεταναστευτικού δείχνοντας και τις διάφορες πορείες που ακολουθούν οι μετανάστες. Σημειώνει πως η Κύπρος ευάλωτη σε μεταναστευτικές ροές από το Λίβανο, τη Συρία και το ψευδοκράτος καθώς και σε τρομοκρατικές επιθέσεις, ιδίως με την αυξημένη ισραηλινή παρουσία στο νησί.
Την ίδια ώρα, σημειώνει πως η Κύπρος, εξακολουθεί επίσης να είναι δέσμια της ανεπίλυτης διένεξης με την Τουρκία, η οποία επηρεάζει τόσο τις άμεσες ξένες επενδύσεις όσο και τη θέση της Κύπρου εντός της ΕΕ. Σύμφωνα με τους αναλυτές του IISS, αρκετά κράτη μέλη της Ένωσης που επιθυμούν να αυξήσουν τη συνεργασία και το εμπόριο με την Τουρκία αλλά βλέπουν απέναντί τους μια Λευκωσία η οποία είναι «ασυμβίβαστη και παρεμποδιστική».
Ύφεση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας
Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την περιοχή είναι οι σχέσεις της Ελλάδα και της Τουρκίας. Σύμφωνα με το IISS η Τουρκία έχει επίσης εργαστεί για τη βελτίωση των σχέσεων της με την Ελλάδα, αφού οι εντάσεις παραλίγο να ξεσπάσουν κατά τη διάρκεια του θαλάσσιου μπρα-ντε-φερ μεταξύ 2018-20. Η ηρεμία αποκαταστάθηκε χάρη στην υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ Γερμανική διαμεσολάβηση. Η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο θεωρούνται οι μόνοι αποτελεσματικοί διαμεσολαβητές, αν ο Ερντογάν και ο Μητσοτάκης έχουν δημιουργήσει άμεση επικοινωνία και συναντήθηκαν και χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτων.
Η προσέγγιση μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας παραμένει εύθραυστη και προσωρινή, εξαρτώμενη από την καλή θέληση των δύο πλευρών, καθώς η συμφωνία δεν είνα δεσμευτική.
Οι ΗΠΑ και η Ανατολική Μεσόγειος
Ο πόλεμος Ισραήλ-Χαμάς, σύμφωνα με τα όσα καταγράφει το IISS, ήρθε να ανατρέψει του σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον και σήμερα αποτελεί στρατηγικό και δαπανηρό αντιπερισπασμό για τις ΗΠΑ. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ του 2022 επεδίωκε να αποδυναμώσει τη Μέση Ανατολή και να επικεντρώσει τους όρους και τις προτεραιότητες των ΗΠΑ στον ανταγωνισμό ισχύος στον ευρωπαϊκό χώρο και στο θέατρα του ινδοειρηνικού.
Ο πόλεμος αποκάλυψε την έλλειψη συνεκτικής στρατηγικής των ΗΠΑ για την περιοχή, ενώ οι επιθέσεις υπό την ηγεσία της Χαμάς, κατέδειξαν την αποτυχία των πληροφοριών και των προβλέψεων.
Για τους Αμερικανούς αμυντικούς σχεδιαστές, το ζήτημα της μεταπολεμικής αμυντικής στάσης θα τεθεί μόλις τερματιστούν οι μάχες. Μια μελλοντική στάση μπορεί να πρέπει να βασίζεται λιγότερο στα αεροπλανοφόρα και να μην περιλαμβάνει πλέον εκτεθειμένες και απομονωμένες εγκαταστάσεις, όπως αυτές στο Ιράκ και τη Συρία, οι οποίες απαιτούν και σημαντική προστασία.
Ουάσιγκτον και Άγκυρα: Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν ανέκαμψαν ποτέ πλήρως. Οι σχέσεις των δύο χωρών επηρεάζονται από εντάσεις σε βασικά θέρετρα. Από την τουρκική οπτική γωνία, οι ΗΠΑ έχουν κάνει εχθρικές πολιτικές επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο, μια περιοχή όπου η Τουρκία θεωρεί ότι έχει ύψιστο στρατηγικό ενδιαφέρον.
Το Ιράν ως δύναμη της περιοχής: Οι επιθέσεις υπό την ηγεσία της Χαμάς κατέδειξαν έντονα τον τρόπο με τον οποίο το Ιράν καλλιεργεί ένοπλους μη κρατικούς δρώντες στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει καταστεί ντε φάκτο μια τοπική δύναμη. Η περιφερειακή εμβέλεια του Ιράν είναι το προϊόν μιας υπομονετικής, καιροσκοπικής στρατηγικής που βασίζεται σε μια μακροχρόνια συμμαχία με την κυβέρνηση Άσαντ στη Συρία και σε μια επένδυση σε μη κρατικές ένοπλες ομάδες στο Λίβανο, τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και τη Συρία.
Τουρκική επανεκκίνηση: Από το 2022, και εν μέρει λόγω των οικονομικών της προκλήσεων, η Τουρκία άφησε στην άκρη την πολιτική του μπρα-ντε-φερ στην περιοχή και άρχισε να βελτιώνει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο και την Ελλάδα, τους κύριους περιφερειακούς αντιπάλους της. Εάν η τρέχουσα δυναμική διατηρηθεί, η επανάληψη αυτών των σχέσεων μπορεί να επιφέρει αλλαγές στην περιοχή. Επίσης, η επιτυχημένη, όπως χαρακτηρίζεται, επαναπροσέγγιση του Ερντογάν με τον Αιγύπτιο Πρόεδρο Φατάχ αλ-Σίσι θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για το μέλλον των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων.