Μια διαφορετική τακτική επίρριψης ευθυνών σε βάρος της κυπριακής Κυβέρνησης εφαρμόζει εδώ και καιρό το κατοχικό καθεστώς υπό τον Τουφάν Έρχιουρμαν. Τακτική που αποσκοπεί στη συντήρηση του αφηγήματός του για την ανάγκη δημιουργίας καλού κλίματος πριν προχωρήσει οτιδήποτε άλλο στο Κυπριακό.
Το προσκύνημα στο τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ στη Λάρνακα προ ημερών ήταν μια ακόμα χαρακτηριστική κίνηση του κατοχικού καθεστώτος για δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων εναντίον της κυπριακής Κυβέρνησης. Ενώ δεν υφίσταται κανένα εμπόδιο για Τουρκοκύπριους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να περάσουν από τα οδοφράγματα για να επισκεφθούν χώρους λατρείας, το κατοχικό καθεστώς υποστήριζε ότι η Κυβέρνηση αρνήθηκε την άσκηση θρησκευτικής ελευθερίας.
Κυβέρνηση: Δεν υπήρξε καμία άρνηση
Κυβερνητικοί κύκλοι με τους οποίους ο «Φ» συζήτησε το θέμα ξεκαθάρισαν πως από πλευράς της Κυβέρνησης δεν υπήρξε καμιά άρνηση σε σχέση με άσκηση θρησκευτικής ελευθερίας Τουρκοκύπριων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και πρόσθεσαν: «Οι Τουρκοκύπριοι πολίτες της Δημοκρατίας μπορούν να διακινούνται κανονικά μέσω των σημείων διέλευσης και να επισκέπτονται χώρους λατρείας στις ελεύθερες περιοχές, χωρίς να απαιτείται ειδική άδεια ή διευκόλυνση από την Κυβέρνηση».
Το ζήτημα για το οποίο το κατοχικό καθεστώς επιχείρησε να δημιουργήσει εντυπώσεις δεν είχε να κάνει με οποιοδήποτε αίτημα Τουρκοκυπρίων. Αφορούσε αίτημα για οργανωμένη, κατ’ εξαίρεση διευκόλυνση μεταφοράς προσώπων που, ως επί το πλείστον, δεν έχουν από μόνα τους δικαίωμα διέλευσης μέσω των οδοφραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα αφορούσε Τούρκους εποίκους που διαμένουν στα κατεχόμενα και δεν μπορούν να περνούν στις ελεύθερες περιοχές.
Τούρκοι έποικοι, όχι Τουρκοκύπριοι πολίτες
Όπως εξήγησαν οι κυβερνητικοί κύκλοι, στο παρελθόν γίνονταν ανάλογες διευθετήσεις και επιτρεπόταν η διέλευση ατόμων που δεν ήταν Τουρκοκύπριοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και διέμεναν στα κατεχόμενα, για να προσκυνήσουν στον Τεκκέ. Αυτές γίνονταν μέσω του Διαθρησκευτικού Διαλόγου και κατόπιν συνεννόησης των θρησκευτικών ηγετών των δύο κοινοτήτων.
Η τουρκοκυπριακή ηγεσία φρόντισε ωστόσο να οδηγήσει σε αδράνεια -για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων- τον θεσμό του Διαθρησκευτικού Διαλόγου που διεξαγόταν υπό την αιγίδα της πρεσβείας της Σουηδίας. Το πρόσφατο αίτημα για να περάσουν λεωφορεία με προσκυνητές για τον Τεκκέ δεν υποβλήθηκε μέσω του συγκεκριμένου συμφωνημένου πλαισίου, όπως γινόταν στο παρελθόν, αλλά μέσω της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, ΟΥΝΦΙΚΥΠ.
Εκβιασμός αντί διαλόγου
Το κατοχικό καθεστώς επιχείρησε να θέσει την κυπριακή Κυβέρνηση υπό εκβιασμό, προκειμένου, είτε να δεχθεί να περάσουν όσους οργανωμένα θα βρίσκονταν μέσα στα λεωφορεία, είτε να κατηγορηθεί για άρνηση στο δικαίωμα άσκησης θρησκευτικών ελευθεριών.
Σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε ο «Φ» για το θέμα, η Κυβέρνηση παρά ταύτα «επέδειξε καλή θέληση και ήταν διατεθειμένη, για τελευταία φορά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που αφορούσαν ζητήματα ασφάλειας και οργάνωσης». Αυτό που ουσιαστικά ζητούσαν οι Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν να γίνουν διευθετήσεις για να περάσει ένα λεωφορείο με προσκυνητές και να δίνονταν πλήρη στοιχεία των ατόμων που θα διέρχονταν από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου.
Ελλιπής κατάλογος και χαμένος χρόνος
Το κατοχικό καθεστώς συνέχισε να κινείται εκβιαστικά, στοχεύοντας σε πρόκληση εντυπώσεων παρά στο να διευκολύνει μια συγκεκριμένη ομάδα ατόμων να πάει στον Τεκκέ. Έστειλε το προηγούμενο βράδυ αναθεωρημένο κατάλογο με ελλιπή στοιχεία, όπως είχε πράξει και σε πρώτη φάση. Ουσιαστικά στον κατάλογο γινόταν αναφορά μόνο σε όνομα και επίθετο, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο που θα επέτρεπε στις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας να προχωρήσουν στον απαραίτητο έλεγχο. Η χρονική στιγμή κατά την οποία είχε σταλεί ο αναθεωρημένος κατάλογος δεν επέτρεπε ούτε τον απαραίτητο επιχειρησιακό συντονισμό για την αμέσως επόμενη ημέρα.
Οι Αρχές της Δημοκρατίας είχαν καταστήσει σαφές ότι υπό τις προϋποθέσεις που τέθηκαν, η διευκόλυνση θα μπορούσε να γίνει εντός των επόμενων ημερών.
Η κυπριακή Κυβέρνηση ξεκαθαρίζει την ίδια ώρα πως «η προσπάθεια να παρουσιαστεί το θέμα ως περιορισμός θρησκευτικών ελευθεριών είναι παραπλανητική και αποσκοπεί στη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κατοχικό καθεστώς βρίσκεται εκτεθειμένο για τη δική του στάση έναντι των θρησκευτικών δικαιωμάτων των εκτοπισμένων και της πρόσβασής τους σε χώρους λατρείας στα κατεχόμενα».