Επιλέξτε ανάμεσα στο Live Action «Beauty And The Beast», τα διαβολικά πανούργο φιλμ τρόμου «Get Out» και το άστοχο δράμα «The Last Face».
Το πρώτο «Beauty and the Beast», του 1991, υπήρξε το πρώτο animation που προτάθηκε για Όσκαρ καλύτερης ταινίας –όταν μάλιστα υπήρχαν μόλις πέντε υποψηφιότητες στην κατηγορία– οπότε η Disney είχε δύσκολο έργο ώστε να φτάσει έστω ένα σχεδόν αριστούργημα με την ολοκαίνουρια live action εκδοχή του. Όμως μιλάμε για την εταιρία του ποντικού που ξέρει να πουλάει μαγεία όσο κανένας, οπότε οι πιθανότητες να πάει κάτι στραβά ήταν από μηδαμινές μέχρι ελάχιστες.
Την ιστορία τη γνωρίζετε πλέον καλά: Προκειμένου η νεαρή Bella (η Emma Watson ως ιδανική ντισνεϊκή ηρωίδα) να σώσει τον πατέρα της, παίρνει τη θέση του ως αιχμάλωτη στο κάστρο ενός τερατόμορφου (Dan Stevens) που πρέπει να βρει κάποια να το αγαπήσει αληθινά, ώστε να επιστρέψει στη μορφή του μορφονιού του «Dowton Abbey».
Όλα τα συστατικά που έκαναν το πρωτότυπο ένα διαχρονικό κομψοτέχνημα όχι μόνο παραμένουν άθικτα, αλλά μεγεθύνονται: Παραμυθένια σκηνικά, υπέροχες μελωδίες, φαντασμαγορικά μουσικά νούμερα που κόβουν την ανάσα (αξέχαστη η σκηνή του δείπνου) και φυσικά οι απαραίτητες χαριτωμενιές που προσφέρουν τα ζωντανά αντικείμενα, όπως το κηροπήγιο του Ewan McGregor, το ρολόι του Ian McKellen και η τσαγιέρα της Emma Tompson.
Μοναδική ένσταση ότι αν και διαρκεί 130 λεπτά, ξοδεύει πάρα πολύ χρόνο σε δευτερεύουσες πλοκές και χαρακτήρες, που νιώθεις ότι η μεταμόρφωση του τέρατος σε γλυκομίλητο ευγενή και της Bella από ατρόμητη κι επιθετική όμηρο σε συμπονετική κι ερωτευμένη σύντροφο, γίνεται υπερβολικά γρήγορα και χωρίς προφανή αίτια. Όμως αυτό είναι πταίσμα μπροστά σε μια πανδαισία ήχων, χρωμάτων και κεφιού που εγγυημένα θα σας συνεπάρει.
Το #BlackLivesMatter συναντά το «The Stepford Wives» στο «Get Out», το σκηνοθετικό ντεμπούτο του ταλαντούχου κωμικού Jordan Peele, που πετυχαίνει το καλύτερο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα θα στείλει μερικές καλοδεχούμενες ανατριχίλες στη ραχοκοκαλιά σας. Όταν ο μαύρος γκόμενος μιας λευκής αστής μεταβαίνει σπίτι της για να γνωρίσει τους cool γονείς της («ο μπαμπάς μου θα ψήφιζε και τρίτη φορά Ομπάμα εάν γινόταν») καταλαβαίνει σχετικά γρήγορα ότι κάτι δεν πάει καλά πίσω από τα πλατιά χαμόγελα και την υπερβολική ευγένεια –και ίσως έχει να κάνει με το κενό βλέμμα και τη σχεδόν ρομποτική συμπεριφορά των μαύρων υπηρετών τους.
Ο Peele χτίζει μία εξόχως ανατριχιαστική ατμόσφαιρα παράνοιας και μυστηρίου στο πρώτο μισό, η υποδόρια φυλετική ένταση είναι τόσο έντονη, που καταντά σχεδόν αφόρητη για οποιοδήποτε έστω και με ψήγματα λευκών ενοχών, ενώ στο δεύτερο μισό, όταν αποκαλύπτονται τα φρικιαστικά κίνητρα των οικοδεσποτών, ο τρόμος και η γραφική βία χτυπάνε κόκκινο κι ο θεατής –όπως κι ο νεαρός πρωταγωνιστής– δεν ξέρει από πού να φύγει. Εξαιρετικά καλογραμμένο, διαβολικά έξυπνο, έντονα πολιτικοποιημένο και δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένο, το «Get Out» είναι το αυθεντικά ατρόμητο φιλμ τρόμου της Tραμπικής εποχής.
Τέλος, το ξεδιάντροπο «The Last Face» μας καλεί να συμπάσχουμε στην τραγωδία δύσμοιρων Αφρικανών προσφύγων μέσω του… ερωτικού δράματος δύο φωτογενών «πολιτισμένων» λευκών (Charlize Theron και Javier Bardem) που θα σώσουν γι’ ακόμα μια φορά τον κόσμο. Μπορεί οι προθέσεις του σκηνοθέτη Sean Penn να είναι οι καλύτερες, όμως κάπου έχασε τελείως την μπάλα, μεταφέροντας το πρωταγωνιστικό ζεύγος από το ένα γκροτέσκο σκηνικό στο άλλο (υπάρχουν σκηνές που θα γυρίσουν το στομάχι σας) χωρίς να υπάρχει κεντρική πλοκή, πέρα ίσως από τα μεταξύ τους νταραβερίσματα. Και σοβαρά τώρα, όταν βλέπουμε μικρά παιδιά με χυμένα τα έντερα, ποιος χέστηκε στ’ αλήθεια αν θα τα βρει ένα από τα πιο ανιαρά ζευγάρια της οθόνης που είδαμε τελευταία;