Με τα σωστά μηνύματα, αλλά χωρίς συγκρουσιακή διάθεση η νέα ταινία του Πανίκκου Χρυσάνθου «Η ιστορία της Πράσινης Γραμμής».
 
Σαράντα τρία χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου, το ερώτημα δεν είναι ποιος έκανε τι, ποιος φέρει την ευθύνη ή ποιος τράβηξε τα περισσότερα δεινά, αλλά εάν σκοπεύεις να προχωρήσεις με τη ζωή σου ή να μείνεις αγκυλωμένος στο επώδυνο παρελθόν.
 
Αυτό τουλάχιστον προσπαθεί να πει ο Πανίκκος Χρυσάνθου με τη νέα του ταινία «Η ιστορία της Πράσινης Γραμμής», ένα δράμα που επιχειρεί να ισορροπήσει όχι μόνο ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά και στην κινηματογραφική γραφή και το –αναπόφευκτο– τηλεοπτικό πλαίσιο.
 
Παρά τον τίτλο, η πλοκή δεν μας πηγαίνει στις απαρχές της Πράσινης Γραμμής στα 60s, αλλά στη Λευκωσία του 1977, τρία χρόνια μετά την εισβολή, όπου η δολοφονία ενός Ελληνοκύπριου στρατιώτη στη νεκρή ζώνη από έναν Τούρκο αναγκάζει τον Έλληνα λοχαγό (ένας over the top Αχιλλέας Γραμματικόπουλος, που θυμίζει έντονα τον αντίστοιχο ρόλο που είχε στους «Τάκκους») να στείλει ένα στρατιώτη της εμπιστοσύνης του (ο Μιχάλης Σοφοκλέους για πρώτη φορά ίσως συγκρατημένος και όχι κάποια καρικατούρα) στο φυλάκιο όπου συνέβη η τραγωδία, προκειμένου να ερευνήσει «γιατί μπαίνουν οι στρατιώτες του στη νεκρή ζώνη».
 
Οκ, η αφορμή είναι λίγο προσχηματική και αστεία, όμως ξεχνιέται γρήγορα (όπως και ο χαρακτήρας του Γραμματικόπουλου) καθώς η πλοκή παίρνει διαφορετική τροπή: Ο ήρωάς μας ανακαλύπτει πως ο Τούρκος στρατιώτης απέναντι, πρόσφυγας κι αυτός από την Πάφο, μένει στο σπίτι του στις κατεχόμενες Αροδάφνες. Οι δυο τους έρχονται κοντά και αποφασίζουν να επισκεφτούν κρυφά μαζί τα χωριά τους, όπου έρχονται αντιμέτωποι με τις σκιές και τα φαντάσματα του όχι-και-τόσο-μακρινού-παρελθόντος.

Ήδη με την προηγούμενη ταινία του, τον αμφιλεγόμενο «Ακάμα», ο Χρυσάνθου έδειξε τις προθέσεις του να συμφιλιωθεί ως δημιουργός και ως άνθρωπος με το παρελθόν. Με την «Ιστορία» κάνει ένα βήμα πιο πέρα, ίσως όχι το ίδιο τολμηρό. Μετά την κατακραυγή για τη σκηνή της δολοφονίας αριστερού από μέλος της ΕΟΚΑ στον «Ακάμα» και τη διακοπή της κρατικής χρηματοδότησης για τον ίδιο λόγο, εδώ μοιάζει να είναι πιο προσεκτικός, λιγότερο επικριτικός προς τη δική μας πλευρά, ο λόγος του σχεδόν αμβλυμένος και συγκαταβατικός.
 
Όπως με την «Ψυχή βαθιά» ο στρατευμένος αριστερός Παντελής Βούλγαρης κατάργησε τις διαχωριστικές γραμμές ρίχνοντας την ευθύνη για τον ελληνικό εμφύλιο αποκλειστικά στον διεθνή παράγοντα, έτσι κι εδώ ο Χρυσάνθου δεν μπαίνει στη λογική του blame game, αλλά προτιμά τη σχετικά ασφαλή επιλογή τού «ο πόλεμος είναι κακός για όλους», δείχνοντας εγκλήματα και παραλογισμό και από τις δύο πλευρές, αν και η πλάστιγγα γέρνει απελπιστικά σε βάρος των Τουρκοκυπρίων (π.χ. η δολοφονία του Αχμέτ περιγράφεται, ενώ τουλάχιστον δύο μαζικές εκτελέσεις Ελληνοκυπρίων, ανάμεσά τους κι ένας παπάς, καταδείχνονται).
 
Όμως γεγονός παραμένει ότι όταν καταπιάνεσαι με ένα τέτοιο θέμα, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν μπορείς να τους ευχαριστήσεις όλους, οπότε δεν θα συμβάλω στην γκρίνια που μπορεί να δημιουργήσει, και όχι μόνο από το στρατόπεδο των εθνικιστών. Η «Ιστορία της Πράσινης Γραμμής», παρά τις ατέλειες (αδύναμο πρώτο μισό, κάποιες επώδυνα ερασιτεχνικές ερμηνείες, κυρίαρχη τηλεοπτική αισθητική) έχει την καρδιά της στο σωστό μέρος, στέλνοντας μηνύματα συμφιλίωσης και επανένωσης, έστω κι αν –προσωπικά– θα τα προτιμούσα αιχμηρότερα. Και σε μια εποχή όπως η προεκλογική που διανύουμε, όπου οι πλείστοι φοράνε φουστανέλες, φωνές σαν του Χρυσάνθου ακούγονται τόσο γαλήνιες και νηφάλιες, όσο ένα λιβάδι με αροδάφνες…