Πέμπτη πρωί και η κομμώτρια Γιώτα βρισκόταν αναμαλλιασμένη στο Ζάλογγο. Την είχε ειδοποιήσει η Λίτσα ότι την ήθελε επειγόντως ο πρόεδρος Λαυρεντιάδης «είναι κάτι σχετικό με τον Πέτρο».
Η Γιώτα, που από τότε που χώρισαν βλέπει τον ηλίθιο σαν θεό του Ολύμπου, έσπευσε στο σωματείο κι ας είχε κανονίσει θαλάσσιο μπάνιο στη Λάρνακα με τρεις μπαρουτοκαπνισμένες πελάτισσές της. Μάλιστα, έκανε κι αυτή τη θυσία για τον μισοπάλαβο.
Ο κόσμος στο Ζάλογγο ήταν λίγος. Η κομμώτρια, η Λίτσα κι ο πρόεδρος κάθισαν στο τραπέζι μπροστά από μένα. Στην ανακλαστική μου επιφάνεια διαγραφόταν με ενάργεια το πίσω μέρος των τριών κεφαλών.
Στη μέση η τιμία κάρα του Λαυρεντιάδη, ο οποίος ξεκίνησε λέγοντας ότι «μετά από τη συγκατάθεση της δεσποινίδος Λίτσας, συνήντησα τον λαχειοπώλη Πέτρο, θέλοντας να προβώ σε μια μεσολάβηση ώστε να επιτευχθεί η επανασύνδεσή σας, κυρία Γιώτα».
Η κομμώτρια αιφνιδιάστηκε που η φίλη της έδωσε συγκατάθεση χωρίς να της πει το παραμικρό. Η Λίτσα το κατάλαβε και ξεκαθάρισε πως «ήθελε ο άνθρωπος να βρει τον προκομμένο για να βοηθήσει, δεν είχα λόγο εγώ να τον εμποδίσω». Αυτό ξεπεράστηκε εύκολα, ήταν άλλωστε μια σχεδόν αμελητέα λεπτομέρεια μπροστά στο μείζον: το αποτέλεσμα της μεσολάβησης του γηραιού θεολόγου.
Κι οι δύο κρέμονταν τώρα απ’ τα χείλη του Λαυρεντιάδη, ο οποίος το ήξερε και απολάμβανε την ανέλπιστη δημοτικότητα ανάμεσα στις δύο γυναίκες, οι οποίες υπό άλλες συνθήκες μετά βίας τον ανέχονται.
Δεν το καθυστέρησε άλλο. «Εγώ όπως ξέρετε είμαι Αιγόκερως», «έλεος, χρυσέ μου, δεν είμαι η Άση Μπήλιου, μια ταλαιπωρημένη γυναίκα είμαι» προσπάθησε να του κόψει τη φόρα η Γιώτα. «Όχι, έχω λόγο που το λέω. Ο Αιγόκερως, αγαπητές μου, είναι μεθοδικός και φιλότιμος». «Είχα έναν γκόμενο παλιά… θα πρόσθετα και το ξενέρωτος» δεν κρατήθηκε η κομμώτρια, τονίζοντας ότι οι παρόντες εξαιρούνται.
«Πήγα και τον βρήκα, ήταν σ’ ένα κατάλυμα στοιχημάτων». Ε, πού θα τον έβρισκε στον εσπερινό; Ο πρόεδρος υποσχέθηκε ότι θα έλεγε το συμπέρασμά του και θα παρέθετε και την περιπλοκή. «Μίλα απλά, αγάπη μου, να συνεννοηθούμε» η Γιώτα ήθελε να τον χαστουκίσει. «Είμαι πεπεισμένος ότι σε θέλει αλλά…».
Άιντε πάλι αυτή η φρικτή λέξη. Σου χτίζει ο άλλος κάτι το ευοίωνο κι έρχεται αυτή η λέξη και σου αναιρεί τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα. «Ο Πέτρος θέλει μια απολογία». «Τι απολογία θέλει, αυτός ζήτημα είναι αν ξέρει τη σημασία της συγκεκριμένης λέξης!» «Μην τον υποτιμάς, κυρία Γιώτα» είπε αυστηρά ο Λαυρεντιάδης.
Και συνέχισε «νομίζω η από μέρους σου υποτίμηση είναι ένα μόνιμο αγκάθι στη σχέση σας». «Μήπως να πάω να τον παρασημοφορήσω που με κεράτωσε με την Άπω Ανατολή;». Όχι, δεν χρειάζεται παράσημο.
«Ζήτα ένα συγγνώμη για τους χαρακτηρισμούς που εκτόξευσες. Πες το κι ας μην το εννοείς. Γίνε λίγο πολιτικός. Μπορείς». Αυτή ήταν η σύσταση του Λαυρεντιάδη, ο οποίος κουρασμένος απ’ τη συζήτηση, επέστρεψε στη θαλπωρή της εφημερίδας του.
Η Γιώτα συνέχισε να διαμαρτύρεται εντόνως για την αδικία, επιμένοντας πως, αν έπρεπε κάποιος να ζητήσει συγγνώμη, σίγουρα δεν ήταν εκείνη. Η Λίτσα απ’ την άλλη υποστήριξε ότι δεν χρειάζεται να πει τη λέξη «συγγνώμη», ας του έλεγε απλώς ότι της ξέφυγαν κάποιες υπερβολές και ότι τις παίρνει πίσω. «Αχ, τι καλά, και θα πάρει κι αυτός το κέρατο πίσω;».
Η καντινιέρισσα, διαπιστώνοντας ότι η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά, πέταξε τη χειροβομβίδα που άλλαξε ακαριαία τη θεματολογία, «ο Σωτήρης Θράσου θέλει να με γνωρίσει στους γονείς του!»
Αυτό που συνέβη ήταν κάτι το αδιανόητο. Δεν έχω ξαναδεί μια τόσο απότομη μεταστροφή. Εκεί που η Γιώτα χτυπιόταν για τα δικά της, πήρε το ύφος της δασκάλας-μέγαιρας του απώτατου παρελθόντος. «Πας καλά, κουκλίτσα μου, είσαι διακόσια χρόνια μεγαλύτερή του, κάνατε μία φορά σεξ όλη κι όλη… ποιους γονείς θες να γνωρίσεις!»
Η Λίτσα διευκρίνισε ότι ήταν μια σκέψη του ελαμίτη και πως η ίδια δεν έχει απαντήσει ακόμη. «Λοιπόν, θα απαντήσεις ότι είναι νωρίς για γονείς· είναι και αργά, παραδόξως ισχύουν και τα δύο».
Η Λίτσα βυθίστηκε αυτομάτως στη λύπη. Η μακρά αποχή απ’ τα ερωτικά την μπερδεύει, ξεχνάει την ηλικία της, ξεχνάει τα χρόνια που παρήλθαν άπρακτα. «Έχεις δίκιο» είπε στη φίλη της, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Η Γιώτα την κοίταξε με έκδηλη συμπόνια. «Έναν σκέτο ελαφρύ» ακούστηκε η φωνή απ’ την αριστερή πτέρυγα. «Κλείσαμε» απάντησε η Λίτσα κι ας ήταν ακόμη πρωί.
Ελεύθερα, 19.07.2026