Κοινωνική Εσωστρέφεια και Μουσειακοί Χώροι

Η στοιχειοθέτηση επιχειρημάτων από τον Νίκο Κουρούση για δημιουργία Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στο κτίριο που στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου έχει αναδείξει μια σειρά βαθιά ριζωμένων δομικών ανισοτήτων που διαιωνίζουν, τις τελευταίες μέρες, ένα πλαίσιο το οποίο θέτει τον αρχαίο πολιτισμό σε ανούσια σύγκρουση με τον σύγχρονο.

Θα αποτολμήσω να βάλω στο κοινωνικό και πολιτικό ρίζωμα του πλαισίου αυτού το δικαίωμα που διεκδικούν οι θεσμοί να ορίζουν τι διατηρείται και τι εκτίθεται, και τους ζώντες δημιουργούς του τόπου που διεκδικούν κάτι περισσότερο πέραν από αναμονή.

Η ίδια η πρόταση του Κουρούση, κοινοποιημένη στη Συμβουλευτική Επιτροπή Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και σε αριθμό φορέων που ασχολούνται με τον σύγχρονο πολιτισμό, είναι συγκεκριμένη: με την επικείμενη λειτουργία του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου, εισηγείται να στεγαστεί στο παρόν κτίριο το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κύπρου, αντί της άλλης προτεινόμενης λύσης, της μετατροπής του Ελληνικού Περιπτέρου της πρώην Κρατικής Έκθεσης.

Το υπό ανέγερση Νέο Κυπριακό Μουσείο Λευκωσίας

Το επιχείρημά του κινείται σε τρεις άξονες: πρώτον, τον πρακτικό-οικονομικό, καθώς το υφιστάμενο κτίριο διαθέτει ήδη τις υποδομές μουσειακής χρήσης που το Περίπτερο θα απαιτούσε να κατασκευαστούν από την αρχή· δεύτερον, τον χωροταξικό, με επίκληση διεθνών παραδειγμάτων συγκέντρωσης μουσείων σε ενιαίους πολιτιστικούς πυρήνες, από τη Μαδρίτη ως τη Βιέννη· και τρίτον, τον συμβολικό, καθώς η θέση ενός Κρατικού Μουσείου Τέχνης σε κεντρικό σημείο αποτελεί, όπως γράφει ο ίδιος, «δήλωση πολιτιστικής πολιτικής». Η επιστολή κατατέθηκε, όπως σημειώνει, «με απόλυτο σεβασμό προς όλους τους αρμόδιους θεσμούς».

Το Τμήμα Αρχαιοτήτων τοποθετήθηκε με τη μορφή ανακοίνωσης τύπου, που δεν αναφέρεται σε κανένα από τα επιχειρήματα της πρότασης. Αντ’ αυτού, θεμελιώνεται αποκλειστικά σε νομικό και ιστορικό έδαφος: επικαλείται το Άρθρο 21 του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου (Κεφ. 31), που θέτει το Κυπριακό Μουσείο υπό τον έλεγχο του Διευθυντή του Τμήματος, υπενθυμίζει ότι το κτήριο είναι κηρυγμένο Αρχαίο Μνημείο Α΄ Πίνακα, και διαβεβαιώνει ότι θα παραμείνει έδρα του Τμήματος και χώρος αφιερωμένος στην αρχαιολογία, με ειδική πτέρυγα αφιερωμένη στην ιστορία του ίδιου του κτιρίου.

Παράλληλα, εκτείνεται σε μια ιστορική αφήγηση: την ίδρυση του μουσείου το 1882, το ψήφισμα Καδή, Αρχιεπισκόπου και Μουφτή προς τον Ύπατο Αρμοστή, τον πρώτο περί Αρχαιοτήτων Νόμο του 1905, την οικοδόμηση του κτιρίου από το 1907. Το κτίριο, τονίζεται, συμβολίζει τους αγώνες της τοπικής κοινωνίας για πρόσβαση στην αρχαιολογική κληρονομιά και ενάντια στη σύληση και την απομάκρυνση αρχαιοτήτων από το νησί.

Κλείνει, τέλος, με τη διαβεβαίωση ότι ο χώρος θα «εξακολουθεί να λειτουργεί ως φιλόξενη πλατφόρμα για την καλλιτεχνική κοινότητα», όπως ήδη συμβαίνει μέσα από εκδηλώσεις μουσικής, εικαστικών, θεάτρου και χορού. Δεν αμφισβητεί κανένας ότι το Αρχαιολογικό Μουσείο έχει συμβάλει τα μέγιστα και στο σύγχρονο εικαστικό γίγνεσθαι της Κύπρου – μόλις πριν δύο εβδομάδες, άλλωστε, παρουσιάστηκε σε αυτή τη στήλη το αξιόλογο πρόγραμμα εικαστικής παιδείας του.

Στίγμα έχουν αφήσει επίσης εκθέσεις όπως το «Curating Body, The Cached Space» της Μαρίας Λοϊζίδου το 2014, «Άγγελος Μακρίδης-Φάνος Κυριάκου/Συνέργεια στο Κυπριακό Μουσείο» το 2009 και πιο πρόσφατα η έκθεση «Μαζί – Έρωτας, Θάνατος Και Μετά», του Μιχάλη Χαραλάμπους.    

Πέρα λοιπόν της τεχνικής βασιμότητας των επιχειρημάτων της, η επιστολή έχει μια δεύτερη, ίσως σημαντικότερη λειτουργία, αφού ανοίγει έναν διάλογο για την πολιτιστική πολιτική. Φαίνεται να μην υπάρχει κάποια πρόνοια που να επιβάλλει δημόσια διαβούλευση για τη χωροθέτηση ή τη χρήση δημόσιων πολιτιστικών κτιρίων και τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονται εντός των θεσμών, χωρίς υποχρέωση εξωστρέφειας. Η πρόταση, ακριβώς επειδή κοινοποιήθηκε σε συγκεκριμένους φορείς και επιτροπές αντί να παραμείνει αμιγώς “εσωτερική” αλληλογραφία, ανάγκασε ένα ζήτημα που θα μπορούσε να κριθεί σιωπηλά, να περάσει, έστω και σε κάποιο βαθμό, σε δημόσια έκθεση.

Θρόνος, Νίκος Κουρούσης, 2014. Μικτή τεχνική. Μουσείο Ιδρύματος Νίκου Κουρούση

Η ίδια η ανακοίνωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων διευκρινίζει πως η επιστολή «έχει περιέλθει στην αντίληψη» της Διεύθυνσης και παραμένει μέχρι σήμερα ουσιαστικά «αθέατη» για το ευρύ κοινό. Η τοποθέτηση θυμίζει αυτό που περιγράφει η Sara Ahmed, στο βιβλίο της Complaint!: πώς οι θεσμοί, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια φωνή που τους αμφισβητεί, δεν απαντούν στην ουσία του παραπόνου ή μιας πρότασης αλλά ενεργοποιούν μηχανισμούς που το εξουδετερώνουν και το μετατοπίζουν σε πεδίο όπου δεν χρειάζεται καν να απαντηθεί.

Η νομική και ιστορική θεμελίωση είναι ακριβώς αυτό που η Ahmed ονομάζει «θεσμικό θάνατο» ενός παραπόνου προτού καν εξεταστεί η ουσία του. Το ζήτημα μετατρέπεται από συζήτηση πολιτιστικής πολιτικής σε ζήτημα δικαιοδοσίας, και έτσι παύει, τεχνικά, να χρειάζεται απάντηση. Αυτό που χρήζει προσοχής είναι το αν θα δημιουργηθεί ένας μηχανισμός δημόσιου διαλόγου για το πώς αποφασίζεται η πολιτιστική πολιτική, ή αν θα επιστρέψουμε, μετά την όποια αντίδραση, στη συνήθη σιωπή.

Πέρα από το ζήτημα της διαδικασίας, βρίσκεται το ζήτημα της παρουσίας. Αν το δούμε από τη σκοπιά ενός επισκέπτη που έρχεται στην πόλη, θα έχει πρόσβαση σε ένα σύμπλεγμα δύο μουσειακών χώρων που στοιχειοθετεί την ταυτότητα της χώρας ως αποτέλεσμα της ερμηνευτικής δυνατότητας του αρχαίου της πολιτισμού.

Αυτό που δεν θα βλέπει, όμως, είναι ότι η χώρα έχει και ένα δημιουργικό παρόν. Το τελευταίο κύμα σύγχρονων καλλιτεχνών που έχει καταφέρει να αναδειχθεί έχει ως θεματικό, εννοιολογικό και πρακτικό ορίζοντα κριτικές αναγνώσεις της ίδιας της αρχαιολογίας, απόδειξη της παγκόσμιας συνύφανσης της αρχαιολογίας με ζητήματα ταυτότητας, ιστορικής α-συνέχειας, αλλά και του αρχείου ως πεδίου ορατότητας και αποκλεισμού.

Υπάρχει, όμως, μια τελευταία στρέβλωση, ίσως η πιο βαθιά. Τόσο το αρχαίο όσο και το σύγχρονο είναι όροι που αφορούν τον χρόνο. Σε μετα-αποικιακά περιβάλλοντα, ο χρόνος αποκτά την υφή της καθυστέρησης, όπου οι πρώην αποικίες τοποθετούνται σε μια αιώνια «αίθουσα αναμονής της Ιστορίας», όπως το θέτει ο Dipesh Chakrabarty,  απέναντι σε μια νεωτερικότητα που ορίζεται πάντα ως ήδη κατακτημένη κάπου αλλού, ήδη τετελεσμένη.

Αυτή η από αλλού ορμώμενη νεοτερικότητα δημιουργεί αξιώσεις, διεκδικήσεις, και αμηχανίες που πρέπει να “αλλάξει ο καιρός” για να αναγνωριστεί κάτι άλλο πέρα από την ανάγκη διαφύλαξης αυτού που υπήρξε πριν από την έλευση του αποικιοκράτη. Σε αυτή ακριβώς την αίθουσα αναμονής βρίσκεται σήμερα και η εν λόγω πρόταση.

Η αναμονή αυτή δεν αγγίζει μόνο μια πρόταση χωροθέτησης αλλά το ίδιο το γεγονός ότι το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Κύπρου, στην ουσία, δεν υπάρχει. Δεν έχει κτίριο, δεν έχει ίδρυση, δεν έχει καν οριστική απόφαση για το πού θα στεγαστεί. Υπάρχει μόνο ως αίτημα, ως εισήγηση, ως ένα ακόμη σχέδιο. Η Κύπρος παραμένει, όπως σημειώνει και η ίδια η επιστολή Κουρούση, από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες χωρίς ολοκληρωμένο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Έτσι, η «αντιπαράθεση» δεν είναι στην πραγματικότητα μεταξύ δύο θεσμών ίσου βάρους. Είναι μεταξύ ενός θεσμού με 140 χρόνια ιστορίας, νόμο, κτίριο, συλλογή και προσωπικό, και ενός θεσμού που υπάρχει μόνο στη σφαίρα της πρόθεσης, στο καθεστώς εκείνο που η κυπριακή εμπειρία γνωρίζει τόσο καλά, του «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού».

Το προσωρινό, εδώ, δεν είναι απλώς το καθεστώς μιας στέγης που δεν έχει ακόμα βρεθεί, αλλά αφορά την παραγωγική αναγνώριση των όρων του αιτήματος της εν λόγω επιστολής. Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, με άλλα λόγια, περιμένει ακόμα τη σειρά του στην ίδια αίθουσα αναμονής της Ιστορίας από την οποία, υποτίθεται, η χώρα έπρεπε να έχει προ πολλού βγει.

Ελεύθερα, 19.07.2026