Nick Cave and the Bad Seeds (Πλατεία Νερού, 24/6).
Η ακύρωση της εμφάνισης της Σουηδής Anna Von Ηausswolff οδήγησε το Release σε συμφωνία με τον Cave για σετ δυόμιση ωρών. Σε αντίθεση με την απελπισία φίλου μου (που θα τον τραβολογούσε η σύζυγος) για την ατελείωτη προβλεπόμενη ορθοστασία στο άκουσμα της είδησης, για μένα ήταν η καλύτερη αλλαγή προγράμματος από την εποχή που οι Fleshtones αντικατέστησαν τους Smithereens σε ένα φεστιβάλ στο Βεάκειο τον προηγούμενο αιώνα.
Όχι πως τον πρωταγωνιστή τον χάλασε, έδειχνε να έχει ορέξεις και αντοχές για τετράωρο. Για την μπάντα δεν θα υποστήριζα το ίδιο, έμεινα με την εντύπωση ότι πριν από το υποχρεωτικό σόλο φινάλε με το Into my arms, o Warren Ellis σήκωσε μπαϊράκι και δήλωσε με τη γλώσσα του σώματος στον leader of the pack ότι ως εδώ ήταν για απόψε. Αλλά όπως πρόσφατα δήλωσε κι ο Cave στο Red Hand Files, αξιοποιώντας την κλασική ατάκα του M.E. Smith για τους Fall, αν παίζω εγώ και η γιαγιά σου στα μπόνγκο, τότε είναι οι Bad Seeds.
Από τη μια μεριά ειρωνεύομαι την ΕΔΟΝ που φέρνει για 50στή φορά τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο φεστιβάλ της, και από την άλλη πηγαίνω για 5η φορά στη ζωή μου να δω τον Cave. Θέλω να πω ότι ήδη από τη δεύτερη (στον Λυκαβηττό, μόλις είχε βγάλει το Good son) είχα προσέλθει με σκοπό να τον αποδομήσω και να τον ξεπεράσω (και για λίγο καιρό τότε νόμιζα ότι τα είχα καταφέρει — το θράσος της πρώιμης νεότητας).
Αλλά η αλήθεια είναι ότι συνεχίζει και έχει αισθητική και συναισθηματική εξουσία πάνω μου (σε εμένα και κάτι χιλιάδες — στην Πλατεία Νερού έπαιξε μπροστά στο πολυπληθέστερο κοινό που είχε μαζέψει ποτέ στην Ελλάδα). Πώς καταφέρνει να παραμένει σύγχρονος, να μην είναι nostalgia act στα 68 του; Και, τέλος, γιατί οι γραφικοί τον μισούν τόσο;
Έχουμε απέναντί μας έναν από τους ημίθεους, από τη σειρά Dylan, Lou Reed, Bowie, Cohen, Nina Simone… Από αυτούς που θα θέλαμε να ήμασταν, δίχως το βάρος που κουβαλούσαν στους ώμους τους, τον τρόμο από την ομορφιά που έφερναν στον κόσμο με τα τραγούδια τους. Αυτό δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Και ίσως να μην συμβεί ξανά ποτέ.
Μπορεί να πεθάνει ο Cave ή εμείς, ή, πιο πριν κι από αυτά τα αναπόφευκτα, να σταματήσουν να έχουν πια οποιοδήποτε νόημα τέτοιες κρίσεις. Πρόκειται περί είδους υπό εξαφάνιση: τα υπεράνθρωπα αυτά πρόσωπα, αλλά και οι αντιληπτικές δεξιότητες και οι επιθυμίες των ζηλωτών που τους παρέχουν τον αναγκαίο χώρο για να υπάρξουν και να αναπτυχθούν.

Έχω ένα φίλτρο, δεν πηγαίνω να δω live ονόματα που δεν είναι καλλιτεχνικά ζωντανά, που δεν έχουν βγάλει δηλαδή μεγάλο δίσκο τα τελευταία πέντε-δέκα χρόνια. Για κάποιους που θέλουν να κάνουν επίδειξη του σνομπισμού τους με τη μορφή ενός δήθεν αντι-λαϊκισμού (που απλώς σημαίνει πως λοιδορούν όποιον έχει κάποια δημοφιλία ακόμη κι αν δεν είναι νεκρός), ο Cave τελείωσε όταν διαλύθηκαν οι Birthday Party. Ακόμα και τους πρώτους δίσκους με τους Bad Seeds τους βλέπουν συμβιβασμένους, μαλακούς, μπαλαντοειδείς.
De gustibus, αλλά, μεταξύ μας, αυτοί οι δίσκοι, ειδικά μέχρι και το The boatman’s call,έγραψαν ιστορία, και πάνω στο σώμα της ροκ μουσικής και στο δικό μας. Κάποια στραβοπατήματα αργότερα, όπως το Nocturama ή οι ελαφρώςκριντζGrinderman, έγιναν — ποιος σαραντάρης δεν πέρασε κρίση;— αλλά ακόμα κι αυτά στην εποχή τους τα είχαμε λιώσει, είχαν κάτι να μας δώσουν. Το ζήτημα είναι ότι οι τελευταίοι δίσκοι του αποτελούν επάξια συνέχεια του έργου του. Όποιος διαφωνεί, πιστεύω ότι θα το ξεπέρασε ακούγοντας τα “Joy”, “Carnage” και “Hollywood” στη συναυλία, που ήταν από τις πιο δυνατές στιγμές της, όπως θα έπρεπε να είναι όταν ο δημιουργός ερμηνεύει και στηρίζει τα πιο μικρά «παιδιά» του.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία σε αυτή την πλάση και στην επόμενη, ότι ο Cave θα προτιμούσε να μην είχε ξανά ποτέ μια σπίθα έμπνευσης, αν μπορούσε έτσι να φέρει πίσω τα δυο παιδιά που έχασε, το ένα μάλιστα σε εφηβική ηλικία, ενώ ήταν υπό την άμεση προστασία του. Είναι το τραγικότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε άνθρωπο, με αδιανόητη θλίψη και αίσθηση ενοχής. Όταν ο Cave σπάει επί σκηνής μετουσιώνοντας το πένθος του σε Τέχνη, κλαίμε κι εμείς που αγαπήσαμε τη ζωή μας μέσα κι από τη μουσική του.
Ελεύθερα, 19.7.2026