Από το χειρότερο στο καλύτερο: ο Γιώργος Στόγιας καταγράφει τις συναυλίες που ξεχώρισαν στην καλοκαιρινή Αθήνα. Το δεύτερο μέρος της μουσικής του ανταπόκρισης.
3) Gorillaz (25/6, Πλατεία Νερού): πριν τη συναυλία, αν είχα την επιλογή, θα προτιμούσα να έβλεπα τους Blur. Λογικό επειδή ήμουν νέος όταν μεσουρανούσαν, και επειδή έχουν ασύγκριτα καλύτερα τραγούδια. Κι όμως, εκ των υστέρων, αποδείχτηκε ότι οι περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες θεατές (με τα μύρια λυκειόπαιδα να ρίχνουν τον μέσο όρο ηλικίας στα πατώματα) ήξεραν καλύτερα.
O 58χρονος Damon Albarn έχει καταφέρει το σπάνιο φαινόμενο να είναι relevant για τρεις δεκαετίες γοητεύοντας κάθε φορά από την αρχή τις νέες γενιές. Και αυτό μάλιστα δίχως να ακολουθεί τις μόδες, αλλά συμμετέχοντας ενεργά ο ίδιος στη διαμόρφωση των τάσεων, μέσα από συνεχή εκλεκτικά και υβριδικά πειράματα με μουσικούς από όλο τον κόσμο (προσωπικά αγαπημένος δίσκος το Mali Music).

Γράφτηκαν διάφορες ενστάσεις για την απουσία encore, το ετεροβαρές setlist, και τη ράθυμη κινησιολογία του κεντρικού performer. Τις αντιπαρέρχομαι ενθυμούμενος ότι παρακολούθησα ένα καλοστημένο πάρτι, όπου άκουγα καθαρά και ανάγλυφα κάθε όργανο και φωνητικό, το οποίο απογειώθηκε στη στρατόσφαιρα το τελευταίο μισάωρο με διάττουσες εμφανίσεις σημαντικών ερμηνευτών (ανάμεσα σε πολλούς ο Mos Def και η Pauline Black των Selecter, για τους οποίους θα πήγαινα, εννοείται, αν έπαιζαν και μόνοι).

Ο Albarn έχει πετύχει όλους τους στόχους που έβαλε στην καριέρα του, ένα σπάνιο κράμα ποπ ιδιοφυΐας και υψηλού επαγγελματισμού. Έχει δώσει (ακόμα σε και όσους, όπως εγώ, τον αμφισβητούσαν αρχικά ότι πολιτισμικά συντελούσε σε συντηρητική στροφή) δεκάδες τραγούδια που έγιναν μέρος του soundtrack της ζωής μας. Δεν έχει νόημα να περιμένουμε από αυτόν να παίξει live σαν να είναι η τελευταία του νύχτα, ποτέ δεν υποσχέθηκε να πεθάνει για χάρη μας. Ελαφρώς προβοκατέρ, διανοούμενος διασκεδαστής είναι ο άνθρωπος.
2) David Byrne (21/6, SNF): ο ηγέτης των θρυλικών Talking Heads έχει παίξει πολλές φορές στην Αθήνα, αλλά ποτέ η εμφάνισή του δεν είχε προκαλέσει τόσο ενθουσιώδεις συζητήσεις. Πιο απαρατήρητη είχε περάσει η συναυλία του στο Θέατρο Βράχων, που είχε συμπέσει με τον ημιτελικό Ελλάδας-Τσεχίας, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί σε απογευματινή ώρα, όπου τον παρακολουθήσαμε το πολύ 350 άτομα.
Και σε διεθνές επίπεδο, σε αντίθεση ίσως με τα άδοξα για εκείνον πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, σήμερα, σήμερα οι μετοχές του Byrne έχουν ανεβεί κατακόρυφα, ανεξάρτητα από την αδυναμία του να προσφέρει δισκογραφικά κάτι που να ξεπερνά τη μετριότητα: πολλοί εναλλακτικοί νέοι καλλιτέχνες πίνουν νερό στο όνομά του, τον αναφέρουν ως επιρροή, τον αναζητούν για συνεργασίες και διασκευάζουν τραγούδια του.
Ο Spike Lee κινηματογράφησε τη μουσική παράσταση που ανέβασε στο Broadway, είναι συχνός προσκεκλημένος των ζωντανών τηλεοπτικών νυχτερινών show, ενώ την άνοιξη έκανε ένα επιτυχημένο πέρασμα από το Coachella, δίπλα σε κοινό και αστέρες που δεν είχαν γεννηθεί όταν αυτός έκλεινε τα πενήντα.

Αυτά όλα μπορεί να εξηγούν την αθρόα προσέλευση στο αίθριο του Σταύρος Νιάρχος (μέσος όρος ηλικίας πατημένα τα -ήντα), αλλά δεν ερμηνεύουν την έκπληξη και τη συγκίνηση, αυτά τα «τι είδαμε» που λέγαμε/ακούγαμε εκείνη τη νύχτα, αλλά και που γέμισαν τις επόμενες ημέρες το timeline μου (εννοείται μέσα στο ψηφιακό bubble μου).
Γιατί η αλήθεια είναι ότι ο Byrne, χωρίς να έχει να αποδείξει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε πέρα από τον εαυτό του και την καλλιτεχνική του συνείδηση, έχει σκιστεί στη δουλειά. Έχει φτιάξει ένα πολυμεσικό θέαμα, στην αιχμή της τεχνολογίας, που συνεχίζει την ιστορία των προβληματισμών και των καινοτομιών του για τη σκηνική αναπαράσταση των τραγουδιών του, από τα live των Talking Heads μέχρι σήμερα (αν δεν έχετε δει το Stop Making Sense, σε σκηνοθεσία Jonathan Demme, που στριμάρει και στο Cinobo, ποτέ δεν είναι αργά).
Δεκατρείς αεικίνητες μορφές, με εθνοτική καταγωγή τόσο πλουραλιστική όσο μια τυχαία ομάδα πεζών σε έναν δρόμο της Νέας Υόρκης, κουβαλούσαν σαν μωρά τα όργανά τους, τραγουδούσαν και χόρευαν, δημιουργώντας ένα σύνολο απαράμιλλης ευρυθμίας και λειτουργικότητας, σαν αρχιτεκτονικές μελέτες που πήραν φωτιά και αντί να καούν υλοποιήθηκαν σε τρισδιάστατη ροή.
Μετά τη συναυλία (γιατί, κατά τη διάρκειά της, οι εντυπώσεις ήταν τόσο έντονες που δεν άφηναν πολλά περιθώρια για σκέψεις) κυκλοφόρησε η βάσιμη κριτική ότι στον λόγο του Byrne (π.χ. love and kindness is the new punk) και στα συνθήματα που προβάλλονταν (π.χ. Make America Gay Again) υπήρχαν στοιχεία διδακτισμού, ασφαλούς πολιτικής ορθότητας, και γενικότερα μια διάσταση preaching to the choir από έναν προνομιούχο αυτόκλητο γκουρού.
Δίχως να προσπαθώ να μηδενίσω την εγκυρότητα τέτοιων ενστάσεων, θυμίζω ότι στις σημερινές ΗΠΑ αυτό που μπορεί να φαντάζει αυτονόητο στην ευρωπαϊκή μας οπτική (άλλο που τα θεμέλια κι αυτής της πίστης έχουν ραγίσει επικίνδυνα), εκεί συνιστά κάτι πολύ περισσότερο από ανοιχτή ιδεολογικοπολιτική μάχη: ίσως για τη δημοκρατική ελίτ όπως ο David Byrne να είναι ζήτημα (απλώς) πολιτισμικής επιβίωσης — για τους πολλούς όμως είναι πόλεμος ζωής και κοινωνικού θανάτου.
Ελεύθερα, 12.7.2026