Ούτε το υποσχόμενο «Supergirl» έσπασε ταμεία και η παρέα των super-heroes μελαγχολεί, σαν τις καουμπόισσες του Τομ Ρόμπινς.
Η αποτυχία του «Supergirl»
Το «Supergirl» της D.C. Comics έφτασε στη μεγάλη οθόνη γεμάτο αυτοπεποίθηση, κουβαλώντας στις νεανικές του πλάτες το εξής μήνυμα: «Η εκδίκηση δεν είναι λύση. Ακόμα κι όταν χάνεις το αγαπημένο σου τετράποδο από κακάσχημο διαστημικό πειρατή». Όπως αποδείχτηκε, η απλοϊκή συνταγή δεν ήταν ακριβώς ο δρόμος για την επιτυχία.
Αντίθετα, οδήγησε την εταιρεία σε μια σύντομη απολογητική ανακοίνωση, με υπόσχεση για τις καλύτερες μέρες που έρχονται. Οφείλουμε να το παραδεχτούμε: πλέον, το όλο σκηνικό με τους αμέτρητους υπερήρωες και τις υπερηρωίδες μοιάζει τόσο συναρπαστικό, όσο η προεκλογική ομιλία γηραλέου πολιτικού σε παρακμή.
Την ίδια στιγμή, κάποιος αξιοσέβαστος κύριος στέκεται κάπου στη γωνία και χαμογελά. Το όνομά του, Μάρτιν Σκορσέζε. Στον καλοκαιρινό αέρα ηχούν ακόμα τα λόγια από εκείνη την παλιά του συνέντευξη στο περιοδικό Empire: «Αυτές οι ταινίες δεν είναι κινηματογράφος. Μοιάζουν περισσότερο με θεματικά πάρκα. Ο πραγματικός κινηματογράφος είναι άνθρωποι που προσπαθούν να μεταφέρουν συναισθηματικές, ψυχολογικές εμπειρίες σ’ έναν άλλο άνθρωπο».
Αυτό ήταν λοιπόν; Το είδος που δοξάσαμε για πάνω από εικοσαετία, πάει προς εξαφάνιση, σαν τους δεινόσαυρους;
Η παρακμή των υπερηρώων
Η προφανής απάντηση είναι «όχι», μα οι χάρτινοι υπερήρωες έχουν κάθε λόγο για να μελαγχολούν. Κατά την τελευταία εξαετία, η παρακμή τους είναι αργή αλλά σταθερή. H μοναδική ταινία που σκαρφάλωσε στο ποθητό ένα δισεκατομμύριο εισιτηρίων είναι το «Spider-Man: No Way Home». Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν βγάζουν ούτε το κόστος παραγωγής, όπως το εμπορικά και κριτικά αποτυχημένο «The Marvels»: τα έσοδά του (μόλις 200 εκατομμύρια) πραγματικά ωχριούν μπροστά σε ένα μπάτζετ που ξεπέρασε τα 300 εκατομμύρια δολάρια. Ιδιαίτερα μετά από την περιπέτεια της πανδημίας, το κοινό έπαψε να παρακολουθεί εκστατικό τους «τιτάνες» της μεγάλης οθόνης κι όλα τους τα υβρίδια.

Λέγεται συχνά πως η κρίση είναι ταυτόχρονα και ευκαιρία. Μα η λύση σίγουρα δεν είναι ο εμφύλιος σπαραγμός (αν θυμηθούμε το «Batman v Superman: Dawn of Justice») ούτε η καταβύθιση σε ένα λαβύρινθο ηρώων, για τους οποίους δεν δίνεις δεκάρα. Θα το θέσω απλά: μετά από τον ανελέητο βομβαρδισμό των αισθήσεών μας για δεκαετίες, μια ταινία από το «σύμπαν» της Marvel και της D.C έπαψε να μοιάζει με εξερεύνηση μακρινού, εξωτικού πλανήτη. Αν δεν είσαι ορκισμένος φαν, είναι κάτι σαν ανοιχτή πρόσκληση σε ημικρανία. Το εν λόγω φαινόμενο έχει χαρακτηριστεί ως η «κόπωση του θεατή» μπροστά στον υπερήρωα.
Μια ιστορική αναδρομή
Αν αφήσουμε λίγο τη λογιστική και ασχοληθούμε με την ιστορία, ίσως κατανοήσουμε και τα αίτια πίσω από την άνοδο και την πτώση των υπερηρώων. Ο «πρόγονος» των comic-heroes Superman εμφανίστηκε το 1938, βοηθώντας το κοινό να δραπετεύσει από την καταθλιπτική περίοδο της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης. Τον ακολούθησε ο «πατριώτης-πολεμιστής» «Captain America» το 1941, συμπαραστάτης και οδηγός μιας Αμερικής που σκεφτόταν να εισέλθει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτά σε μια εποχή που η διασκέδαση και η ελπίδα κόστιζαν όσο ένα χάρτινο κόμικ, δηλαδή δέκα σεντ.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, και ξετυλίχτηκε η χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμφανίστηκαν οι «X-Men». Οι απόκληροι «μεταλλαγμένοι» έθεσαν επί τάπητος επώδυνες εμπειρίες και δύσκολα ζητήματα, από την κόλαση του Ολοκαυτώματος ως το στίγμα του AIDS.
Όχι τυχαία, ο «Black Panther» ενώθηκε με τους «Fantastic Four» το 1966, λίγο μετά τη δολοφονία του αφροαμερικανού ακτιβιστή Malcolm X. Ο δε Μπάτμαν, προϊόν κι αυτός τη Μεγάλης Ύφεσης, είδε το νέο «κραχ» του 2008 να απλώνεται σαν σκιά πάνω από την Γκόθαμ Σίτι. Εκεί μέσα αντίκρυσε τα φαντάσματα των δίδυμων πύργων και του 9/11.
Όλα αυτά αποτυπώθηκαν σ’ ένα ελεγειακό φιλμ, το αριστουργηματικό «The Dark Knight» του Κρίστοφερ Νόλαν. Κάποτε οι ταινίες με υπερήρωες ήταν κινηματογραφικοί καθρέφτες: επάνω τους αντικρύζαμε την κοινωνία της εποχής μας. Δυστυχώς, αισθάνεσαι πως έχουν περάσει αιώνες από τότε…
Το κωμικό «τουίστ»
Στην ιστορία υπάρχει και το κατάλληλο «τουίστ»: η ικανότητα -κάποιων- υπερηρώων να καταπολεμούν τη μελαγχολία τους με λίγες δόσεις από χιούμορ. Κλασικό παράδειγμα ο Deadpool ο οποίος αναρωτιέται για τη ματαιότητα της ύπαρξης σαν σύγχρονος, αυτοσαρκαστικός Άμλετ. Το πλακατζίδικο «Shazam!» βγάζει τη γλώσσα επιδεικτικά πριν σκάσει με θόρυβο, σαν την τσιχλόφουσκα. Στην περίπτωση του «Guardians of the Galaxy», το ενδοοικογενειακό χιούμορ και η ειρωνεία μεταφράζονται σαν ευφάνταστοι, αυτοαναφορικοί μηχανισμοί άμυνας. Αλλά, όπως μας έδειξαν τα «Justice League» και «The Suicide Squad», η ανέξοδη πλάκα δεν είναι πάντα το ελιξίριο της νεότητας. Μπορεί να αποδειχτεί, ό,τι για τον «Superman» ο κρυπτονίτης.

Το 2026, εν μέσω γεωπολιτικών, περιβαλλοντικών και ανθρωπιστικών κρίσεων, η ελαφρόμυαλη διάθεση και τα πολλαπλά σίκουελ φαντάζουν σαν κοροϊδία. Ακόμα και τα βαρυφορτωμένα, «υπέρλαμπρα» καστ δείχνουν να έχουν κουράσει (όσοι νοσταλγούν τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ στο πρώτο «Iron Man» μπορούν να σηκώσουν το χέρι).
Στην πολύπλοκη εποχή μας, όπου αγωνιζόμαστε να ξεχωρίσουμε το αληθινό από το τεχνητό, οι χάρτινοι ήρωες της οθόνης αδυνατούν να δώσουν ψυχαγωγικές λύσεις. Αναρωτιέμαι λοιπόν: μήπως δεν έχουμε πλέον ανάγκη τις υπερδυνάμεις τους; Έφτασε, άραγε, η ώρα των απλών ανθρώπων, εκείνων που έχουν τη δυνατότητα να «μεταφέρουν τις συναισθηματικές τους εμπειρίες σ’ έναν άλλο άνθρωπο»; Ξέρω, ακούγομαι σαν τον «παππού» Σκορσέζε, μα το παίρνω σαν κομπλιμέντο.
Ελεύθερα, 19.07.2026