Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια της Καλοκαιρινής Σχολής Τέχνης στην Κάτω Πάφο εκεί δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο.

Ερχόμασταν με τη Νίκη και μέναμε στα δωμάτια πάνω από το εστιατόριο Πέλικαν, δίπλα από την Μπουάτ του Ανδρέα Χαραλαμπίδη. Θυμάμαι την Αθηνούλα που τραγουδούσε, θυμάμαι ακόμη ότι για να πάμε από το Πέλικαν στο Δημοτικό Σχολείο διασχίζαμε δρομάκια γεμάτα παπουτσοσυτζιές και μικρά σπιτάκια, μπακάλικα, το όλο κάτω από την επιβλητική σκιά της Χρυσοπολίτισσας, των ψηφιδωτών που έβγαιναν στο φως και των ερειπίων που αποτελούσαν το τοπίο γύρω από το Δημοτικό Σχολείο.

Γράφω για τον Στας, όχι για να εμπλακώ στην πρόσφατη διαμάχη, αλλά για να τον φέρω πίσω και για να μιλήσω για την αύρα που εξέπεμπε, την Κυπριοσύνη με όλη τη σημασία της λέξης, τον λόγο, το χιούμορ και το απίστευτο πηγαίο ταλέντο του. Δεν είναι μόνο το «τείχος της Λέμπας» είναι το πριν, η πορεία και η παρουσία του στην αντίληψη της εξέλιξης της τέχνης στον τόπο μας.

Γέννημα Αναφωτίας, ένα από έξη παιδιά, έφυγε, δούλεψε μάγειρας στο Λίντς της Αγγλίας, σπούδασε και φίλεψε με τον τότε κόσμο της τέχνης.

Ο Στας παρακολουθούσε εντυπωσιασμένος, από την αλλοδαπή όπου βρισκόταν τις καλλιτεχνικές εξελίξεις και δράσεις σε μια Αμμόχωστο που απογειωνόταν στον πολιτισμό και σε μια κουβέντα του με τον Αντώνη Ηλιάκη και τον Γιώργο Σκοτεινό έπεσε η πρόταση για την ίδρυση μιας Καλοκαιρινής Σχολής Τέχνης για ξένους φοιτητές, που θα γεύονταν αφενός την Αμμόχωστο, την κυπριακή φιλοξενία, τον ήλιο και τη θάλασσα, και αφετέρου θα μάθαιναν ζωγραφική από το χέρι του πολυτάλαντου και τόσο Κυπραίου Παράσχου, του Σκοτεινού, αλλά και των Άγγλων καθηγητών τους που θα τους συνόδευαν.

Η ιδέα άρεσε και στον υπουργό Κωνσταντίνο Σπυριδάκη τότε και η σχολή δημιουργήθηκε εκ του μηδενός το 1968 και στεγάστηκε τους καλοκαιρινούς μήνες στο σχολείο του Αγίου Ιωάννη.

Διαμονή και διατροφή δωρεάν, ζωγράφιζαν το πρωί, το υπόλοιπο της μέρας και της νύχτας στην αγκαλιά της θάλασσας… «τα Εγγλεζούθκια του Λιντς ενόμιζαν ότι ήταν στον παράδεισο», έλεγε ο Σκοτεινός.

Μαζί με τα Εγγλεζούθκια δήλωσαν δειλά-δειλά το ενδιαφέρον τους για τη σχολή και οι κορούδες και οι κυρίες του Βαρωσιού. Όλοι μαζί έζησαν την ανακάλυψη της Σαλαμίνας που τότε έβγαινε από τη γη, είδαν τους τάφους, τη βασιλική νεκρόπολη, τα άλογα… και τα ολόγιομα φεγγάρια που έβγαιναν από τη θάλασσα. Κανείς δεν κοιμόταν, όλοι ζωγράφιζαν το πρωί και την υπόλοιπη μέρα ζούσαν κάθε στιγμή της νιότης τους και της γης που τους φιλοξενούσε.

Στο τέλος του καλοκαιριού η έκθεση των έργων του Καλοκαιρινού Σχολείου ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων και της Μικρής Βουλής στο «Boccaccio». Δυο χρόνια λειτούργησε η σχολή στο δημοτικό του Άγιου Ιωάννη. Ο Στας επέστρεψε στη δυτική ακτή και ίδρυσε εκεί ένα νέο Κολλέγιο Τέχνης, πρώτα στην Κάτω Πάφο και μετά στη Λέμπα.

Δεν είναι μόνο οι Σχολές που ίδρυσε, είναι η δική του πληθωρική προσωπικότητα και παρουσία, η απόλυτη ελευθερία στην τέχνη, η ικανότητά του να αποτυπώνει το φως, τη γνησιότητα του κυπριακού τοπίου και τις χαρές και τις λύπες που το συνοδεύουν, και να ζωγραφίζει ταυτόχρονα με μια πινελιά το πορτραίτο του Μακαρίου.

Ήταν στο απόγειο της τέχνης του, πόσες φορές τον χαρήκαμε στην γκαλερί Γκλόρια, πόσο μας ενέπνεε η αυθεντικότητα και η ειλικρίνεια του λόγου του. Πανηγύρι γινόταν στα εγκαίνια των εκθέσεών του.

Είχε ένα μοναδικό τρόπο να απεικονίζει στα έργα του την πραγματικότητα, τη μυθολογία και τα όνειρα της Κύπρου μέσα από έντονους χρωματισμούς και μετείχε με πάθος στη ζωή του τόπου. Δεν ήταν ποτέ νερόβραστος και είτε μέσα από μια σατιρική διάθεση γύρω από τις μεγαλομανίες των σύγχρονων νεόπλουτων Κυπραίων, είτε μέσα από μια καυστική κριτική η οποία όμως περιείχε ένα αληθινό και γνήσιο ενδιαφέρον για την πορεία των νέων, η τέχνη του άφηνε πάντα ένα αποτύπωμα χαράς.  

Παρακολούθησα μέσα από τον Ψηφιακό Ηρόδοτο βίντεο με συνομιλίες του με νεαρούς φοιτητές που εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους για τις Σχολές –  παρακολουθήστε τις για να εκτιμήσετε ποιος ήταν και τι πρόσφερε στον τόπο ο Παράσχος σε δύσκολους καιρούς, πριν και μετά τον πόλεμο.

Κουβέντες για το φως, τη μονοχρωμία της πέτρας, το μυστήριο των ερειπίων, τη θάλασσα και την αύρα της.

Όταν πια ο τουρισμός εισέβαλε ασύστολα και αδιάντροπα στο μοναδικό τοπίο της Κάτω Πάφου, ο Παράσχος αναγκάστηκε να μετακινήσει τη σχολή στη Λέμπα. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του. Πρόσφερε στους φοιτητές διαμονή και χώρο εργασίας ανάμεσα στη θάλασσα κι έναν τόπο με πλούσια αρχαιολογία και ιστορία, ένα χωριό που ακόμη μύριζε αυθεντική κυπριακή ύπαιθρο και συνυπήρχε με την ιστορία. Η Σχολή δούλεψε για χρόνια, δίδαξε τέχνη, ελευθερία και φως κάτω από το άγρυπνο μάτι του Παράσχου και της οικογένειάς του.

Το «τείχος της Λέμπας» παραμένει για την Κύπρο ένα έργο τέχνης ισάξιο με τον Κόσμο της Κύπρου του Αδαμάντιου Διαμαντή. Περικλείει, αγκαλιάζει και προστατεύει την ελευθερία του Παράσχου, το πολύτιμο αγαθό που κατάφερε να διδάξει στους νέους καλλιτέχνες, ντόπιους και ξένους τοποθετώντας τους συνειδητά σε ένα περιβάλλον που συνδυάζει την πραγματικότητα με το παρελθόν, την ουτοπία με το μέλλον, προκαλώντας έτσι και τη φαντασία και το ταλέντο τους.

Δεν είναι τυχαίο «το τείχος» που δημιούργησε ο Στας, οι μαθητές και οι καθηγητές. Έγινε συνειδητά για να προστατέψει την ελευθερία της τέχνης και του λόγου.

Για αυτό πρέπει να το προστατέψουμε ως κόρην οφθαλμού.

Ελεύθερα, 19.07.2026