Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠολλοί φίλοι φωτογράφοι έχουν φύγει από τη ζωή τα τελευταία χρόνια και όλοι είχαν καταγράψει δεκαετίες της ζωής αυτού του τόπου. Κάθε φορά ρωτούσα συγγενείς και φίλους για το αρχείο τους, τι απέγινε ή τι σκέφτονται να το κάνουν. Τα αρχεία τους περιμένουν. Δεν είναι οι μόνοι.
Στην Κύπρο υπάρχουν πάρα πολλές φωτογραφίες. Άλλες βρίσκονται σε αρχεία και μουσεία, άλλες σε εφημερίδες, άλλες σε οικογενειακά άλμπουμ. Και υπάρχουν κι εκείνες που βρίσκονται κάπου αλλού, σε παλιά φωτογραφεία που έκλεισαν. Δεν αναφέρομαι στους γνωστούς φωτογράφους.
Ίσως αυτοί να είναι το μικρότερο πρόβλημα, γιατί το όνομά τους έχει ήδη κάποια αξία και υπάρχει λόγος να αναζητηθεί το αρχείο τους. Δεν μιλώ για τη φωτογραφία ως αντικείμενο τέχνης. Ούτε για το οικογενειακό άλμπουμ. Μιλώ για το αρχείο ενός φωτογράφου και για το τι συμβαίνει σε αυτό όταν ο φωτογράφος πεθάνει.
Ο φωτογράφος είναι ο πρώτος θεματοφύλακας. Το άμεσο περιβάλλον, όπως η οικογένεια, μπορεί να γίνει ο δεύτερος. Εάν πρόκειται για γνωστό φωτογράφο, υπάρχει κάποια πιθανότητα το αρχείο του να θεωρηθεί σημαντικό. Να το αναζητήσει ένας θεσμός, ένα μουσείο, ένας ερευνητής.
Να διασωθεί, να καταγραφεί, να ψηφιοποιηθεί. Συλλογές σε θεσμούς, κρατικούς και ιδιωτικούς, δείχνουν τι μπορεί να σημαίνει ένα φωτογραφικό αρχείο για την ιστορία ενός τόπου. Αλλά αυτά είναι τα αρχεία που έφτασαν κάπου. Τι γίνεται με εκείνα που δεν έφτασαν ποτέ; Πόσα είναι; Δεν ξέρουμε.
Μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που, σε οποιαδήποτε χρονική, ιστορική, πολιτική ή κοινωνική περίοδο, είχε μια κάμερα. Δεν εξέθεσε ποτέ. Δεν δημοσίευσε βιβλίο. Δεν έγινε μέλος κάποιου σημαντικού φωτογραφικού κύκλου. Ούτε εκείνος ούτε οι άλλοι τον έλεγαν φωτογράφο με την καλλιτεχνική ή άλλη έννοια.
Αλλά φωτογράφιζε, είτε σποραδικά είτε συστηματικά, τη ζωή μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης πόλης της Κύπρου ή ενός χωριού. Τη γειτονιά του, την αγορά, τα πανηγύρια, τα καφενεία, τους εργάτες, τις αλλαγές της πόλης, ανθρώπους που σήμερα δεν υπάρχουν.
Δεν είχε πρόθεση να δημιουργήσει «αρχείο». Φωτογράφιζε επειδή του άρεσε. Οι άλλοι φωτογράφιζαν «τα σημαντικά γεγονότα». Αυτός φωτογράφιζε τον δρόμο έξω από το σπίτι του. Κι όμως, μπορεί να έχει το μοναδικό οπτικό τεκμήριο μιας κοινωνικής πραγματικότητας.
Και μετά πεθαίνει. Τα παιδιά του ή οι συγγενείς βλέπουν 50.000 αρνητικά. Η ερώτηση έρχεται αυτόματα: «Τι να τα κάνουμε όλα αυτά;» Μια οικογένεια συχνά δεν έχει ούτε τον χώρο, ούτε τη γνώση, ούτε κάποιον να ρωτήσει. Και το αρχείο μπορεί να καταλήξει στα σκουπίδια. Η πολιτιστική μνήμη μπορεί να χαθεί σιωπηλά. Όχι επειδή κάποιος αποφάσισε να τη λογοκρίνει. Όχι επειδή καταστράφηκε τυχαία. Αλλά επειδή κάποιος είπε: «Δεν ξέρω τι είναι αυτά. Πέταξέ τα».
Τα ιδρύματα συλλέγουν συνήθως με συγκεκριμένα κριτήρια. Ποιος είναι ο δημιουργός, αν είναι γνωστός. Το θέμα, δηλαδή η ιστορική τεκμηρίωση, όπως για παράδειγμα ο Αγώνας του ’55-’59, η Λευκωσία του ’30, ένα συγκεκριμένο γεγονός ή τα εικονιζόμενα πρόσωπα και τόποι. Αν ταιριάζει στη συλλογή και πολλά άλλα.
Ο άγνωστος φωτογράφος μπορεί να βρεθεί εκτός αυτών των κριτηρίων. Δεν έχει όνομα που να δικαιολογεί την παραλαβή. Ο ερασιτέχνης με σοβαρή ματιά που δεν εξέθεσε ποτέ. Ο φωτογράφος του χωριού. Εκείνος με το μικρό στούντιο που φωτογράφιζε βαφτίσεις, γάμους και σχολικές γιορτές.
Και εδώ υπάρχουν δύο διαφορετικές αξίες. Η πρώτη είναι του καλλιτέχνη. Εκείνος ο άγνωστος φωτογράφος με κοινωνική, εννοιολογική ή αισθητική δουλειά, που η αξία της δεν είναι τεκμηριωτική αλλά καλλιτεχνική και φαίνεται μόνο σε εκπαιδευμένο μάτι.
Η δεύτερη είναι του τεκμηρίου. Ο οποιοσδήποτε άνθρωπος που απλώς είχε μια φωτογραφική μηχανή και φωτογράφιζε επί δεκαετίες. Μπορεί να μην μπει ποτέ στην Ιστορία της Φωτογραφίας. Το αρχείο του όμως, σε άλλο πλαίσιο, μπορεί να είναι σημαντικό για την Ιστορία της Κύπρου. Και ένας αναγνωρισμένος φωτογράφος μπορεί να έχει αρχείο σημαντικό και για τα δύο.
Μπορεί ένα αρχείο να έχει ιστορική αξία όταν κανείς δεν την αναγνώρισε όσο ζούσε ο δημιουργός του; Ο φωτογράφος το έβλεπε ως προσωπική δουλειά. Η οικογένεια το βλέπει ως το χόμπι του πατέρα, του θείου ή κάποιου συγγενή. Ένας ιστορικός μπορεί να δει μοναδική οπτική τεκμηρίωση μιας κοινωνίας. Ένας επιμελητής, ένα φωτογραφικό σώμα δουλειάς. Ένας αρχειονόμος, πρωτογενή πηγή.
Και ένας συγγενής, απλώς ότι «κανείς δεν τα θέλει». Αυτό το χάσμα αντίληψης είναι η καρδιά του θέματος. Έτσι, κανείς δεν έχει ούτε το κίνητρο ούτε το κριτήριο να το κρατήσει. Η αξία βρίσκεται στο σώμα δουλειάς, όχι στο βιογραφικό του δημιουργού. Ίσως ανάμεσα σε ανθρώπους που κανείς δεν τον αποκαλούσε φωτογράφο να βρίσκεται ο «κρυφός» φωτογράφος της Κύπρου.
Ποιοι Κύπριοι φωτογράφοι ξεχάστηκαν; Πόσοι φωτογράφοι αυτού του τόπου κράτησαν προσωπικό αρχείο; Τι απέγινε μετά τον θάνατό τους; Ποιος το έχει σήμερα; Αναγνωρίστηκε ποτέ η αξία του; Πόσα κουτιά περιμένουν σε σπίτια και υποστατικά; Ποια πετάχτηκαν επειδή θεωρήθηκαν απλώς παλιές φωτογραφίες;
Ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά ερωτήματα της Ιστορίας της Φωτογραφίας στην Κύπρο. Δεν αρκεί να ξέρουμε τι έχει διασωθεί. Πρέπει να αναρωτηθούμε και τι δεν διασώθηκε. Πόσο υλικό χάνεται πριν καν μάθουμε ότι υπήρξε; Δεν μπορείς να διασώσεις κάτι που δεν ξέρεις ότι υπάρχει.
Κι αν κάποιος τελικά ανοίξει τα κουτιά, τι θα βρει;
Ελεύθερα, 18.10.2026