Το σκηνικό έχει ως εξής: μεσημέρι, σε μεγάλο υποκατάστημα της πρωτεύουσας, ψωνίζω, όταν ξαφνικά μια γυναίκα πετάγεται μπροστά μου. «Είστε εδώ;», με ρωτάει. «Όχι», απαντάω με κάθε ευγένεια και σοβαρότητα και η γυναίκα λέει «συγνώμη» και αποσύρεται. Αυτός ο –πέρα για πέρα πραγματικός σας διαβεβαιώνω-  διάλογος, θα μπορούσε να έχει εντελώς διαφορετικό νόημα, χωρίς τη γνώση του ευρύτερου γλωσσικού «περιβάλλοντος». Θα μπορούσε, δηλαδή, να σημαίνει «Εσείς, βρίσκεστε εδώ, δηλαδή είστε παρών με φυσικό τρόπο;», πράγμα εντελώς παράδοξο ασφαλώς. Ακόμα πιο παράδοξη θα ήταν με αυτόν τον τρόπο η απάντηση. «Όχι», δηλαδή άρνηση της φυσικής παρουσίας.

Αντίθετα, εδώ είναι ξεκάθαρο στον ομιλητή της Ελληνικής που γνωρίζει όπως λέμε το «συγκείμενο», δηλαδή πληροφορίες για τη γλώσσα πέρα από το πρώτο, προφανές νόημα των προτάσεων, ότι η γυναίκα που ρωτούσε εννοούσε «εσείς, εργάζεστε εδώ;».

Μάλιστα, μια τέτοια ερώτηση δεν γίνεται για λόγους πληροφόρησης και μόνον του ερωτώντα, αλλά με τον ξεκάθαρο στόχο να ζητήσει μια διευκρίνιση ή να απευθύνει μια ερώτηση που αφορά στην εξυπηρέτηση του ίδιου του ερωτώντα. Είναι ο προθάλαμος, ως δείκτης ευγένειας, μιας ερώτησης που θα αφορά ζήτηση εξυπηρέτησης.

Υπό άλλες περιστάσεις, δηλαδή σε άλλο περιβάλλον ομιλίας, ας πούμε σε μια τάξη διδασκαλίας, η ίδια ερώτηση θα μπορούσε να σημαίνει «Με παρακολουθείτε», ενώ ταυτόχρονα θα υπονοούσε με τη χρήση ειρωνείας ότι αυτός στον οποίο απευθύνεται η ερώτηση –που μπορεί να ισοδυναμεί και με παρατήρηση- δεν παρακολουθεί με προσοχή το μάθημα.

Ακόμα χειρότερα, η απάντηση «Όχι», σ’ αυτήν την περίπτωση θα αποτελούσε ξεκάθαρο τρόπο ειρωνείας.

Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι το νόημα στη γλώσσα δεν εξάγεται μόνο από τη γνώση της γραμματικής και του συντακτικού, αλλά και από τη γνώση του «συγκειμένου», που σε πολλές περιπτώσεις κρύβεται σε απλές, κατά τ΄ άλλα εκφράσεις, που χρησιμοποιούνται σε μια γλωσσική κοινότητα. Είναι αυτή η γνώση που επιτρέπει σε έναν ομιλητή να εισέλθει στο βαθύ πυρήνα μιας γλώσσας, ώστε να πει ότι την ξέρει. Τέτοιοι μηχανισμοί υπάρχουν πάμπολλοι και έχουν σχέση με ποικίλες πλευρές της χρήσης της γλώσσας, από την απλή οικονομία στην έκφραση μέχρι την ειρωνεία, τον έλεγχο του συνομιλητή μας και πολλά άλλα.

Ακόμα πιο έντονα παρατηρείται το φαινόμενο όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε μια ξένη γλώσσα. Η απουσία γνώσης του συγκειμένου, ακόμα κι αν νομίζουμε πως ξέρουμε πολύ καλά τη γραμματική και το συντακτικό, μπορεί να οδηγήσει σε πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα στην επικοινωνία που μπορεί να εκτείνονται από την απλή επιτίμηση μέχρι και την παρεξήγηση. Και όσοι μιλούν ξένες γλώσσες με ομιλητές που μιλούν τη δοσμένη γλώσσα ως μητρική σίγουρα το έχουν πάθει και ξέρουν τη σημασία του.

Ακόμα και στα πλαίσια της ίδιας γλώσσας, η χρήση διαφορετικών διαλέκτων ή ιδιωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε πολλές παρεξηγήσεις. Κάποτε αρκετά αστείες σαν αυτές που περιγράφει ο Δημήτρης Βυζάντιος στο κλασσικό πια θεατρικό του «Βαβυλωνία», το οποίο αναφέρεται στη σύγχυση που μπορεί να προκληθεί όταν ομιλητές διαφόρων διαλέκτων της Ελληνικής προσπαθούν να συνεννοηθούν, όσο και αρκετά σοβαρές, ώστε να διακόπτεται η επικοινωνία.

Γνωστό είναι ακόμα το παράδειγμα που αναφέρει ο Hoffstater όπου έγινε ανάλυση της σημασίας της λέξης “μοναξιά” ανάμεσα σε Γερμανούς και Αμερικανούς. Η ίδια κατά τα άλλα λέξη είχε θετικές συνυποδηλώσεις για τους εσωστρεφείς Γερμανούς, που τη συνέδεαν με μοναχικούς περιπάτους και άλλες ανάλογες δραστηριότητες που φαίνεται ότι απολάμβαναν και αρνητικές για τους πιο εξωστρεφείς Αμερικανούς.

Σκεφτείτε ακόμα τη μετάφραση, είτε στη συνηθισμένη της μορφή της καθημερινότητας, είτε σε πιο εξειδικευμένες, όπως η λογοτεχνία ή ακόμα το δικαστήριο, όπου πρέπει να μεταφραστούν διαφορετικοί νομικοί κόσμοι και το πρόβλημα που δημιουργείται στη μεταφορά του νοήματος εξαιτίας του συγκειμένου και διαφορετικών πολιτισμικών υποβάθρων.