Με αφορμή την τρίτη κατά σειρά έκδοση του βιβλίου μου «1099 κυπριακές παροιμίες και φράσεις» σε τρία μόλις χρόνια, η θερμή υποδοχή του οποίου δείχνει κυρίως το μέγεθος της εμβέλειας της κυπριακής διαλέκτου ως βιωματικής έκφρασης που αγκαλιάζει όλα τα στρώματα του λαού, αλλά και το ότι οι φράσεις και οι παροιμίες εξακολουθούν να υπηρετούν αυτές τις στρατηγικές ακόμα και σήμερα (ή σήμερα περισσότερο παρά ποτέ), να μου επιτραπεί να εκφράσω μερικές σκέψεις για τη συγχρονική χρήση της Κυπριακής Διαλέκτου και την αντιμετώπισή της από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Τον περασμένο Φεβρουάριο είχε διοργανωθεί (πολύ ορθά) εβδομάδα γλώσσας από το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, που καλούσε τα σχολεία σε διάφορες δράσεις με σκοπό την ευαισθητοποίηση γύρω από γλωσσικά ζητήματα. Κι εγώ ο ίδιος υπήρξα προσκεκλημένος σε διάφορα σχολεία για να δώσω διαλέξεις για σχετικά θέματα. Όμως και πάλι η Κυπριακή Διάλεκτος έμεινε «στην απέξω». Ακόμα και στην εγκύκλιο που είχε σταλεί (6 σελίδων) η μοναδική αναφορά έλεγε τα εξής: «Αναγωγή της κυπριακής διαλέκτου στις ομηρικές της πηγές και στις αντίστοιχες διαλέκτους της Ελληνικής αρχαιότητας. Αντικείμενο και θέμα αναφοράς δυνατόν να είναι η αντοχή και η ιστορική συνέχεια των Ελληνικών διαλέκτων».

Είναι προφανές ότι η Κυπριακή Διάλεκτος αντιμετωπίζεται από το εκπαιδευτικό σύστημα τουλάχιστον με αμηχανία, γιατί εξακολουθούν να διαιωνίζονται οι γνωστοί μύθοι που συνδέουν τη χρήση της με το όποιο γλωσσικό πρόβλημα, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι μας απομακρύνει τάχα από τον Ελληνισμό και καλλιεργεί μια ξεχωριστή εθνική ταυτότητα. Γι’ αυτό και μας «σώζουν» στις επίσημες εγκυκλίους, αλλά και στην πολιτική που φαίνεται να υιοθετείται, εντός και εκτός σχολείων, οι «ομηρικές της ρίζες» και η σύνδεση της Κυπριακής Διαλέκτου με την «Αρχαιότητα». Όμως, αυτό που έπρεπε πρωτίστως να μας ενδιαφέρει είναι η συγχρονική χρήση της Κυπριακής Διαλέκτου και αυτήν να καλλιεργούμε και να προβάλλουμε για να δώσουμε εργαλεία στα μέλη της γλωσσικής κοινότητας (είτε ως ομιλητές, δηλαδή παραγωγοί λόγου, είτε ως ακροατές, δηλαδή καταναλωτές λόγου), ώστε να μπορούν με επιτυχία να αποκωδικοποιήσουν το σύνθετο τοπίο της επικοινωνίας.

Δεν θα μπω στον κόπο να παραθέσω σωρεία βιβλιογραφικών παραπομπών που αποδεικνύουν ότι το κυνήγι μαγισσών με την υποτίμηση των διαλέκτων όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά επιτείνει σε μεγάλο βαθμό το εκπαιδευτικό και γλωσσικό πρόβλημα. Όσο για τις ανοησίες περί απομάκρυνσης από τον Ελληνισμό δεν ξέρω τι θα πρέπει να σκέφτονται τώρα οι Κρητικοί, οι Πόντιοι, οι Βορειοελλαδίτες, οι Ροδίτες, οι Πελοποννήσιοι, οι Θρακιώτες και τόσοι άλλοι διαλεκτόφωνοι Έλληνες. Όμως το σχολικό σύστημα νομίζει ότι αυτοπροστατεύεται αν οχυρωθεί πίσω από την επίσημη γλώσσα. Όπως το θέτει ο διάσημος κοινωνιολόγος P. Bourdieu «η γλώσσα είναι ένα συμβολικό αγαθό που είναι δυνατό να λαμβάνει διάφορες αξίες πολύ διαφορετικές, ανάλογα με την αγορά όπου “πλασάρεται” και στη σημερινή αγορά του σχολείου τα ιδιώματα όχι απλώς είναι υποτιμημένα, αλλά και απαγορευμένα»1.

Με όλη αυτή την πολεμική, αντιθέτως, οι μαθητές δεν μπορούν να ξεκαθαρίσουν τις επικοινωνιακές συνθήκες. Η περίφημη διατύπωση του Hymes (1972) σύμφωνα με την οποία επικοινωνιακή ικανότητα είναι η επίγνωση του «ποιος μιλάει ποια γλώσσα σε ποιον και πότε/για ποιο σκοπό» βρίσκει εδώ την πιο κλασική της εφαρμογή. Γιατί αν δεν γνωρίζουμε πότε μιλάμε Κυπριακά και πότε όχι (πράγμα που το εκπαιδευτικό σύστημα όφειλε να διδάξει) δεν θα κατανοούμε παρά μόνο διαισθητικά, γιατί ένας πολιτικός λ.χ. ενώ ομιλεί στην Κοινή από τηλεοράσεως παρεμβάλει στοιχεία της διαλέκτου στον λόγο του για να θωπεύσει το ακροατήριό του, για να μιλήσει «με τη γλώσσα της καρδιάς» ή για ειρωνευτεί έναν αντίπαλό του πολιτικό.

Δεν θα καταλάβει γιατί στη διαφήμιση χρησιμοποιούνται πολλές φορές εκφράσεις από τη Διάλεκτο. Δεν θα ξέρει, αν τύχει να βρεθεί στο Δικαστήριο, γιατί ο δικηγόρος, που κατά τα άλλα χρησιμοποιεί με μεγάλη πληρότητα την επίσημη γλώσσα ξαφνικά προβαίνει σε εναλλαγή κωδίκων στην Κυπριακή προκειμένου να φέρει σε δύσκολη θέση ένα μάρτυρα ή αντιθέτως, προκειμένου να μεταδώσει συναισθήματα οικειότητας. Δεν θα καταλαβαίνει γιατί ένας ομιλητής από κάποιο επίσημο βήμα μιλά στην Κοινή και κάποτε κάνει παρεκβάσεις χρησιμοποιώντας τη Διάλεκτο για να αναφέρει κάποιο χιουμοριστικό περιστατικό εκτός κειμένου. Δεν θα καταλαβαίνει γιατί δεν μπορούμε να εξομολογηθούμε όντας μέλη της κυπριακής γλωσσικής κοινότητας έναν έρωτα στην Κοινή Ελληνική ή να θυμώσουμε.

Γνωρίζουμε από την ψυχολογία ότι οι ακροατές αντιδρούν υποκειμενικά στις πολυάριθμες πτυχές της ομιλίας ενός προσώπου. Οι ακροατές αποφασίζουν για τα διαφορετικά είδη των κοινωνικών/ψυχολογικών ιδιοτήτων ενός ομιλητή σε σχέση με τη διάλεκτό του, το ύφος, και την ποιότητα της φωνής του και όλα αυτά καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί κανείς έναν ομιλητή. Η Κυπριακή, λοιπόν, χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις και ως στρατηγική που έχει σχέση με τις επικοινωνιακές συνθήκες. Αυτά τα πράγματα δεν είναι ούτε απλά, ούτε αυτονόητα.

Οι μηχανισμοί αυτοί, που είναι σύνθετοι και συνδέονται εν γένει με τη διεκδίκηση της ισχύος του (όποιου) ομιλητή στη γλωσσική διαπάλη, χρειάζονται και ανάλυση και επεξήγηση. Θα ήταν φρόνιμο και χρήσιμο, λοιπόν, να επικεντρωθούμε σ’ αυτά τα ζητήματα, χωρίς τον φόβο των Ιουδαίων και χωρίς προσφυγές εκ του πονηρού (και σε μεγάλο βαθμό και εκ του περισσού) στον Όμηρο, την Αφροδίτη ή τους… Αχαιούς.
 
1. P.Bourdieu: L’ economie des echanges linguistiques, Περιοδ. “Langue francaise”, no 34, Paris, Larousse, 1977.