Η ηλίαση και τα εγκαύματα ήταν φυσικό επακόλουθο για όσους επέλεξαν να μη φορέσουν καπέλο και για όσους δεν προνόησαν να βάλουν αντηλιακό. Κοκκινολαίμηδες διαφόρων φωτότυπων, αλλά και μουσικών καταβολών αποχώρησαν από την πλατεία του Κάστρου της Πάφου έχοντας μόλις καταχειροκροτήσει όρθιοι τη σπουδαιότερη ορχήστρα που έχει ποτέ πατήσει το πόδι της στην Κύπρο. Ήταν φανερό στα ερυθριασμένα πρόσωπα ότι το μυαλό προσπαθούσε να επεξεργαστεί την εμπειρία που μόλις είχε ζήσει, δεχόμενο παράλληλα ερεθίσματα από -το καταπονημένο από τον φλογερό μαγιάτικο ήλιο και την ακινησία- σώμα.

Υποθέτω ότι ανάλογες σκέψεις έκαναν και οι μουσικοί, που τουλάχιστον έπαιζαν υπό σκιά. Άλλο είναι να εκτελείς κλασικά αριστουργήματα σε εκκλησία του Ρόρος, 400 χιλιόμετρα βορειότερα του Όσλο κι άλλο στην Πάφο με τον ήλιο ντάλα. Αυτή είναι όμως και η λογική της περιοδείας και του ετήσιου Europakonzert. Οι καιρικές συνθήκες, ή και η ειδυλλιακότητα του χώρου έχουν λιγότερη σημασία από εκείνη τη μαγική αλυσίδα που ενώνει καλλιτέχνη και ακροατή, που δημιουργεί τη διάθεση και την ατμόσφαιρα που ευνοούν τις νότες για να εδραιώσουν αυτή την κατανυκτική επικοινωνία.

Στην Πάφο η συναυλία κούμπωσε ιδανικά με τη φιλοσοφία του προγράμματος του Ανοιχτού Εργοστασίου Πολιτισμού. Και δεν ήταν ο χώρος το πρόβλημα αλλά η σταθερή ώρα διεξαγωγής, που σχετίζεται με την απευθείας μετάδοση στο μεγαλύτερο κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο του κόσμου, το ARD, στη Γερμανία και σε πολλές ακόμη χώρες. Μεταδιδόταν, φυσικά, και στην Κύπρο μέσω του ΡΙΚ και για να τη «σπάσω» σε όσους το απόλαυσαν στη δροσιά του καναπέ χαμογελώντας χαιρέκακα, θα πω το αυτονόητο: άξιζε κάθε χάδι από τις ακτίνες του ηλιάτορα προκειμένου να ζήσει κανείς, σαν ακίδες στο δέρμα του, τις απαράμιλλες θεραπευτικές δονήσεις που εξέπεμπε η υψηλή μουσική.

Ας ξεκινήσουμε από την ποιότητα της παραγωγής. Προσωπικά, έχω παρακολουθήσει κάμποσες όπερες στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά η  ακουστική και η λειτουργικότητα που επιτεύχθηκε ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Η τεχνική εγκατάσταση ήταν τέτοια που ο ήχος «αγκάλιαζε» τις κερκίδες δημιουργώντας την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μια φιλόξενη κλειστή αίθουσα συναυλιών.

Ο πολύπειρος Λετονός μαέστρος Μάρις Γιάνσονς εγγυήθηκε το αποτέλεσμα, έχοντας πλήρη έλεγχο ενός συνόλου όπου τα έγχορδα έχουν το πάνω χέρι. Γνώριζε ακριβώς πότε χρειαζόταν να δοθεί χώρος στις μουσικές φράσεις για να εκφράσουν συναισθήματα με πληθωρικότητα και πότε να συγκρατήσει την ορμή των μουσικών και τις αναπόφευκτες μεταπτώσεις διάθεσης και τόνου. 

Η συναυλία ξεκίνησε με «ορεκτικό» την ουβερτούρα από τον  «Όμπερον», την εσχάτη και μοιραία όπερα του φον Βέμπερ, ενός έργου που τον καταπόνησε τόσο ώστε πέθανε λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα, το 1826 στο Λονδίνο. Με προφητικές νύξεις των μεταγενέστερων βαγκνερικών δραμάτων, το έργο συνδυάζει υποδειγματικά τη λυρική ένταση με τη δραματική δύναμη.

Το «πρώτο πιάτο» είχε και πάλι Φον Βέμπερ και συγκεκριμένα το «Κοντσέρτο για κλαρινέτο, αρ.1». Ο 28χρονος Αυστριακός σολίστας Αντρέας Οτενζάμερ, γόνος μουσικής οικογένειας, μάγεψε το κοινό ερμηνεύοντας ένα έργο ανθολογίας για το συγκεκριμένο όργανο. Έκανε μάλιστα αβίαστη επίδειξη δεξιοτεχνίας εκτελώντας την καντέντσα του Χάινριχ Γιόζεφ Μπέρμαν, ενός από τους πιο φημισμένους κλαρινετίστες του 19ου αιώνα, που το πρωτοπαρουσίασε ως σολίστας το 1811. Η ασύλληπτη βιρτουοζιτέ «επισκιαζόταν» μόνο από τον βαθύτατα αυστηρό και ταυτόχρονα εκφραστικό και ευαίσθητο κανόνα που τήρησε ο ρομαντικός Γερμανός συνθέτης στο συγκεκριμένο έργο.

Μετά το διάλειμμα, το «μενού» άλλαξε. Την πλατεία του Κάστρου κατέκλυσε η μελωδία της πεισιθάνατης, θυελλώδους «8ης Συμφωνίας» του Αντονίν Ντβόρζακ. Ο Τσέχος συμφωνιστής επιφύλασσε στην αιωνιότητα ένα έργο που ταλαντεύεται ανάμεσα στη νοσταλγία και την εσωτερική αντάρα, σε τραγικές αντιφάσεις και πεζές ευθυμίες, καθώς παράλληλα «βουτιέται» στα στοιχεία από την πρόσχαρη λαϊκή μουσική της Βοημίας.

Για «επιδόρπιο»- ανκόρ απολαύσαμε ένα αγαπημένο χιτ του κλασικού ρεπερτορίου, τον «Ουγγρικό Χορό No5» του Μπραμς. Κάπως έτσι, η ώρα πέρασε και αποχωρήσαμε χορτάτοι.