Κυκλοφορούν στο εμπόριο διάφοροι οδηγοί για σωστά -ή πιο σωστά- ελληνικά, για τη θεραπεία καθημερινών λαθών, για τον τρόπο συγγραφής μιας έκθεσης, ακόμα και για πιο εξεζητημένα θέματα, όπως το τυπικό σύνταξης μιας επιστολής, ενός βιογραφικού σημειώματος ή μιας αίτησης. Και βεβαίως είναι αυτά χρήσιμα, εφόσον οδηγούν στην οργάνωση τακτικών επικοινωνίας, που γίνονται κοινό κτήμα και επομένως με οικονομικό τρόπο μας επιτρέπουν να λέμε τα ίδια πράγματα και να καταλαβαίνουμε τα ίδια πράγματα.

Βοηθούν ακόμα, γιατί  οδηγούν σε ένα καλύτερο επίπεδο παραγωγής λόγου και αποφυγής των κακοτοπιών της ασυνταξίας, της ακυρολεξίας, της ανορθογραφίας. Όμως, αυτό που συνήθως διαφεύγει από τέτοιες “διορθωτικές” προσεγγίσεις στη γλώσσα είναι η διαφύλαξη του ύφους. Η γλώσσα είναι ανεξάντλητη ως προς αυτή της τη διάσταση. Δεν χρειάζεται το ύφος παπαγαλισμό, γιατί τότε καθίσταται μη ύφος και η γλώσσα μη γλώσσα.

Αν το εκάστοτε κείμενό σας θέλει να διεκδικήσει κάποια πρωτοτυπία, να απευθυνθεί σε εφημερίδα ή σε κάποιο αρμόδιο εκφράζοντας ένα παράπονο ή ζητώντας τη διεκπεραίωση μιας εργασίας ή τη διευκόλυνση στην παροχή μιας άλλης, θα δείτε πως δεν είναι καθόλου αποτελεσματική η τακτική της ξερής πληροφορίας. Η στάση αυτή, πολύ διαδεδομένη λ.χ. στη δημόσια υπηρεσία, ακόμα και μεταξύ οικείων τμημάτων στηρίζεται σε ένα είδος τυπολατρείας και φόβου ανάληψης πραγματικής δράσης, όπως θα θύμιζε η “πραγματική” γλώσσα. Αντίθετα, πίσω από την τυποποιημένη γλώσσα, ακόμα και για τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα ελλοχεύει η ευθυνοφοβία  και αγνοείται το αποτέλεσμα. Ετσι, τυπικές μεν -πρόχειρες στο τέλος της ημέρας- επιστολές συντάσσονται, άχρωμες εγκύκλιοι κυκλοφορούν από τμήμα σε τμήμα και κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα αξιοποίησης των πληροφοριών δεν παρατηρείται.

Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι θα πρέπει και να μετατραπούν τα έγγραφα ή έστω και τα διακινούμενα σημειώματα σε λογοτεχνικά αριστουργήματα. Αυτό που λέμε είναι πως θα πρέπει να διαμορφωθεί η αναλογία τυπολατρείας και ανθρώπινης επικοινωνίας. Και θα πρέπει εν πολλοίς να αλλάξει και η αισθητική σ’ αυτές τις “φόρμες”. Δεν είναι δυνατό στον αιώνα των “προσωπικών τυπογραφείων”, να παρουσιάζονται ως επίσημα έγγραφα, αξιοθρήνητες πατσαβούρες, προϊόντα γραφομηχανών του περασμένου αιώνος σε μια γλώσσα αρχαΐζουσα, στρυφνή και σχεδόν γελοία που να απαιτούν να δώσουμε κατάθεση στην αστυνομία ή να κάνουμε αίτηση για πολεοδομική άδεια. Δεν χρειαζόμαστε γλώσσα-μαϊμού, αλλά πραγματική γλώσσα.