Η πιο πάνω φράση ανήκει στον Τόμας Μπέρνχαρντ και απαντάται στο έργο του «Μινέττι». Η έννοια του τερατώδους μπορεί να έχει πολλαπλές σημασίες. Και όντως, στο κυπριακό θεατρικό τοπίο μπορεί να δει κανείς όλες τις διαστάσεις. Από το φρικτά αντιθεατρικό και αποφώλιο ως το υπέροχο και το αριστουργηματικό.
Φυσικά, η αξιολόγηση της θεατρικής τέχνης εδράζεται σε μεγάλο βαθμό σε υποκειμενικά κριτήρια. Ωστόσο, ο βαθμός που ο κρίνων έχει τα εχέγγυα να κάνει αξιολόγηση παράστασης είναι καθοριστικός. Και είναι σημαντικό να λεχθεί αυτό διότι στον τόπο μας συνηθίζουμε να βαφτίζουμε την προσωπική μας άποψη «κριτική θεάτρου». Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Το θέατρο είναι επιστήμη και απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Και πάλι αυτό δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται ακόμη καλλιτεχνικό ένστικτο. Έτσι, ενώ διαβάζουμε κι ακούμε πολλά πρέπει να διακρίνουμε τα ουσιαστικά και τα σοβαρά από τις φανφάρες και τα εγκώμια για ανύπαρκτους θεατρικούς θριάμβους. Και το αντίστροφο.
Ας εξετάσουμε ένα παράδειγμα. Ανεβαίνει στο Θέατρο Δέντρο το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Μινέττι». Το έργο μιλάει για τον άνθρωπο, τον καλλιτέχνη, τον αντιστεκόμενο που προσπαθεί να επικοινωνήσει μ’ έναν αποστασιοποιημένο κόσμο. ο οποίος βουλιάζει στην κενότητα και στις εξαρτήσεις. Το έργο είναι ουσιαστικά μονόλογος. Άλλωστε μόνο ο Μινέττι έχει να πει κάτι. Οι υπόλοιποι απλά περιφέρονται βουλιάζοντας στο ρηχό σύμπαν τους.
Το έργο διακρίνεται για την αποφθεγματικότητά του. «Ολόκληρη ζωή παριστάνουμε κάτι που κανείς δεν καταλαβαίνει» αναφέρει το κείμενο. Αυτή η φράση από μόνη της αποτελεί καλλιτεχνική πρόκληση για έναν δημιουργό. Πώς η αλήθεια γίνεται θεατρική πράξη;
Ο Θανάσης Γεωργίου αντιλήφθηκε τη σκηνοθεσία ως διερμηνεία του δυσνόητου κόσμου του Μπέρνχαρντ στην κοινωνία. Δεν ενδιαφέρθηκε να υποσκελίσει τον λόγο μέσω της εικόνας. Όλα στην παράσταση πειθαρχούν και υπηρετούν τον στοχασμό του συγγραφέα τον οποίο ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής σωματοποιεί με θεατρική εγκυρότητα. Και αυτό όχι επειδή το διατείνεται ο Ανθούλλης Δημοσθένους, αλλά επειδή το ίδιο το θεατρικό κείμενο παντρεύεται επιτυχημένα με την mise-en-scene και δεν αντιμάχεται το σκηνοθετικό όραμα.
Ο Γεωργίου ως σκηνοθέτης επικαλείται το κείμενο όπως ο πιστός το ευαγγέλιο. Το αποτέλεσμα συγκλονίζει. Σε μια καλοφτιαγμένη παράσταση όλα τα συστατικά είναι άρρηκτα δεμένα και γι’ αυτό η δυσκολία για τον κριτικό να τα ξεχωρίσει μεγάλη. Είναι, όμως, απαραίτητο να γίνει αναφορά στην κίνηση, όπου ο Φώτης Νικολάου απέδειξε ότι δεν είναι ικανός να χορογραφεί μόνο παραστάσεις σύγχρονου χορού που παραπέμπουν στον Δημήτρη Παπαϊωάννου, αλλά να σκύβει με προσήλωση πάνω στα κείμενα και να επιστρατεύει το ταλέντο του για να υπηρετήσει θεατρικά έργα με ύψιστο βαθμό δυσκολίας.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια εικονογραφούν με σχολαστική τελειότητα τη χλεύη, τη φρίκη, την τερατωδία που επικαλείται ο Μινέττι. Άρτιες δημιουργίες και χωρίς καμιά εντυπωσιοθηρική διάθεση. Καμιά υπερβολή, καμιά υπεροψία. Όλα με μέτρο και ταπείνωση. Οι ηθοποιοί με σεμνότητα καταθέτουν μέσα από το σώμα τους το βάθος και την οικουμενικότητα της σοφίας του Μπέρνχαρντ. Ας τους ακολουθήσουμε για μια βόλτα από το καλό θέατρο που σπανίζει, δυστυχώς, στον τόπο μας.