Με αφορμή τις Παγκύπριες Εξετάσεις, ιδιαίτερα στο μάθημα των Νέων Ελληνικών θα διατυπώσω μερικές σκέψεις γύρω από τη σαφήνεια, την κυριολεξία και εν τέλει τη λιτότητα στην οποία θα πρέπει να επιστρέψουμε. Το ίδιο το δοκίμιο που χρησιμοποιήθηκε στις εξετάσεις (οι οποίες, με την ευκαιρία, σε επίπεδο οργάνωσης του γραπτού, δομής και σαφήνειας των ερωτήσεων ήταν από τα καλύτερες) δείχνει ακριβώς την τάση γλωσσικού βερμπαλισμού που επικρατεί σήμερα ανάμεσα στους διανοούμενους, οι οποίοι με επιτηδευμένη χρήση της γλώσσας υποτίθεται ότι γίνονται φορείς «υψηλών» (πλην ακατάληπτων) νοημάτων.

Ας δούμε μια σχετική παράγραφο: «Αντιλαμβανόμαστε ότι μαζί με την αυτογνωσία των ανθρωπολογικών δεδομένων μία κοινωνία χρειάζεται να συνδέεται με την ιστορική πείρα, την ανοιχτή σύλληψη του κόσμου, την ελεύθερη δημιουργικότητα του ανθρώπου». Και πιο κάτω: «Η διαφθορά που εμφανίζεται στις διατακτικές σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση και παράλληλα στις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται στην παγκοσμιοποιημένη καταναλωτική κοινωνία έχει υπερβεί τα όρια και αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις νέες συνιστώσες των απαιτήσεων της ζωής».

Τι καταλαβαίνει κανείς με την «αυτογνωσία των ανθρωπολογικών δεδομένων» και γιατί η διαφθορά εμφανίζεται στις διατακτικές σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση και δεν γίνεται (απλώς) λόγος για καταστροφή της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση; Πώς ακριβώς ερμηνεύεται ότι η διαφθορά «αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις νέες συνιστώσες των απαιτήσεων της ζωής; Και πώς η διαφθορά «υπερβαίνει τα όρια;». Αυτού του είδους η γλώσσα, δημοφιλής μεταξύ των ανθρώπων του πνεύματος υποκρύπτει υποτίθεται σύνθετη σκέψη, που επιδιώκει να την πλασάρει ως αξία αφεαυτής διεκδικώντας ισχυρό μερίδιο στον Ορθό Λόγο. Θέλει να μας πει με άλλα λόγια ότι η σπουδαιότητα κρύβεται στην περιπλοκότητα.

Αυτή την τάση την καλλιεργούμε κάποτε και στους μαθητές που φτάνουν να νομίζουν πως η επίδειξη ορολογίας, ο υποτακτικός λόγος που δεν εξυπηρετεί το περιεχόμενο, αλλά τη μορφή, τα βαρύγδουπα επίθετα καθιστούν απαραιτήτως τον λόγο τους και πιο ουσιώδη. Στην πραγματικότητα, και στην περίπτωση των διανοουμένων και στην περίπτωση των μαθητών, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τα μηνύματα δεν ταξιδεύουν και η επικοινωνία δεν επιτυγχάνεται.

Θα ήταν ασφαλώς γλωσσικός λαϊκισμός να λέγαμε ότι δεν έχουμε ανάγκη τον σύνθετο λόγο, ότι όλα θα πρέπει να ακολουθούν μια απλοϊκή διατύπωση για να γίνονται εύκολα κατανοητά και εύπεπτα. Αντίθετα, ο απαιτητικός λόγος εξασκεί εκτός από τη γλώσσα και το πνεύμα και την αφαιρετική σκέψη. Όμως θα πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στον στείρο βερμπαλισμό, στη λογοκοπία, τον εξεζητημένο λόγο, στη γλώσσα για τη γλώσσα από την ανάγκη διατύπωσης σύνθετων νοημάτων, ιδιαίτερα στα πλαίσια της επιστήμης.

Το έχει ήδη παρατηρήσει και ο M.A.K. Halliday, από τις πιο εμβληματικές μορφές στον χώρο της γλωσσολογίας ότι ο τρόπος εξέλιξης της επιστήμης οδήγησε στην παραγωγή ενός ιδιαίτερα τεχνικού λόγου με υψηλό βαθμό αφαίρεσης, που το σχολείο δεν διδάσκει με τον τρόπο που θα έπρεπε στους μαθητές, με αποτέλεσμα να βιώνουν μια έντονη γλωσσική σύγκρουση σε σχέση με την καθημερινή γλώσσα και του τρόπου με τον οποίο τη χρησιμοποιούν.

Ένας από τους σημαντικούς λόγους της όποιας γλωσσικής μας κακοδαιμονίας στον χώρο της εκπαίδευσης είναι αυτή η ανακολουθία στον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές ενσωματώνουν ή δυσκολεύονται να ενσωματώσουν αυτά τα γλωσσικά στερεότυπα. Επομένως, ο σύνθετος λόγος και μας χρειάζεται και πρέπει να τον διδάσκουμε. Την ίδια ώρα θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι γλωσσικοί ακροβατισμοί χάριν εντυπωσιασμού ή ακόμα χειρότερα για την επιβολή γλωσσικής τρομοκρατίας («εγώ τα γνωρίζω, εσύ όχι») είναι επιβλαβείς και γλωσσικά και εκπαιδευτικά, αλλά κυρίως κοινωνικά.

Το παρατήρησε τις προάλλες και ένας ακαδημαϊκός σε συνέντευξή του στο «Βήμα» των Αθηνών: οι επιστήμονες ξέχασαν να λένε δύσκολες αλήθειες με κατανοητό τρόπο και λένε απλές αλήθειες με δύσκολο τρόπο. Πρέπει, είπε, να επιστρέψουμε στη λιτότητα. Η ίδια εφημερίδα κυκλοφορεί σε ανατυπώσεις το παλιό φιλολογικό περιοδικό της δεκαετίας του ’60 «Εποχές» με συνεργασίες του Γιώργου Σεφέρη, του Δημήτρη Μαρωνίτη και πολλών άλλων. Είναι παράδοξο να βλέπει κανείς, σε εκείνο το μεταίχμιο από την καθαρεύουσα στη δημοτική, με πόση σαφήνεια, που δεν στερείται καθόλου επιστημονικότητας, σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων εκθέτουν τις απόψεις τους. Ίσως θα πρέπει να πάρουμε ένα παράδειγμα…