Η έννοια της ιδεολογίας έχει πολλαπλώς μελετηθεί, όμως εξακολουθεί να περιέχει μιαν ασάφεια, γιατί χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, αλλά και γιατί έχει σχέση με τον τρόπο εκδήλωσης των ποικίλων εξουσιαστικών μηχανισμών: στην κουλτούρα, στη θρησκεία, στις κοσμοθεωρίες, στη γλώσσα.

Επιπλέον, η ιδεολογία έχει μια πρακτική, καθημερινή αξία, τέτοια που της προσδιορίζει ο νεομαρξιστής φιλόσοφος Luis Althusser, στην οποία αποδίδει συγκεκριμένο ιστορικό ρόλο (:Ideology and Ideological  State Apparatuses, 1970 (μεταφρασμένο στα αγγλικά στο: Lenin and Philosophy,  Λονδίνο, 1971).

Η γλώσσα, που είναι ίσως ο ισχυρότερος φορέας της ιδεολογίας, πολλές φορές εξαιτίας του ίδιου του εξουσιαστικού της ρόλου καθίσταται η ίδια ιδεολογικό οπλοστάσιο, ιδεολογία καθ’ εαυτήν. Για παράδειγμα, γίνεται λόγος για τα Ελγίνεια Μάρμαρα ή Μάρμαρα του Παρθενώνα, που πρέπει ή δεν πρέπει (για κάποιους αμετανόητους αρχαιοκάπηλους) να επιστραφούν στην Ελλάδα (ας σημειωθεί και ο ορθός επιστημονικά όρος “γλυπτός διάκοσμος του Παρθενώνα”).

Η επιλογή της πρώτης ή της δεύτερης εκφοράς έχει και τα ανάλογα αποτελέσματα, που είναι η έκφραση μιας ιδεολογίας, δηλαδή μιας συγκεκριμένης στάσης (που έχει τη δική της συνοχή) απέναντι σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό ρόλο. Τα “μάρμαρα του Παρθενώνα” δεν έχουν μόνο δηλωτικό ρόλο, δεν μας ανακοινώνουν απλώς περί τίνος πρόκειται, αλλά λειτουργούν και συνυποδηλωτικά- υποδεικνύουν δηλαδή πως τα μάρμαρα τούτα είναι αναπαλλοτρίωτη περιουσία του ελληνικού λαού, ανήκουν στο φυσικό τους χώρο, τον Παρθενώνα και δεν δίνουν κανένα κύρος στο σφετεριστή τους.

Αντίθετα η εκφορά “Ελγίνεια” δηλώνει ένα ποσοστό κτήσης, ένα είδος αναγνώρισης αυτού που τα εξόρυξε για να τα μεταφέρει παράνομα στο Λονδίνο, του Ελγιν, και αυτό δεν έχει καθόλου λίγες συνέπειες στο διεθνές διπλωματικό παιγνίδι που παίζεται για την επιστροφή τους. Τέτοια παραδείγματα η γλώσσα έχει να επιδείξει άπειρα και θα εντάσσονταν σε ό,τι θα ονομάζαμε ιδεολογία των λέξεων: από το “Ιερά Συμμαχία” μέχρι το Επταετία για τη Χούντα στην Ελλάδα.

 «Είναι πολύ ύπουλη ιδεολογικά αυτή η αντικατάσταση του πολιτικού όρου δικτατορία –παρατηρεί ο Αριστόβουλος Μάνεσης- με το χρονολογικό απλώς όρο «επταετία», ο οποίος άχρους και άοσμος καθώς είναι, αποκρύπτει πόσο μαύρη και πόσο βρομερή ήταν η εφτάχρονη τυραννία» .

Από την άλλη η ιδεολογία μέσα από λέξεις μπορεί να πάρει και άλλη μορφή, μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιηθεί για να αντικατασταθεί το πράττειν από το λέγειν. Για παράδειγμα, η γλώσσα των πολιτικών περιέχει πολλές φορές αυτή την αντικατάσταση. Η περίπτωση όμως αυτή είναι και η πιο εμφανής, άρα η λιγότερο επικίνδυνη. Η χρήση της καθαρεύουσας, ας πούμε, ή οι περίεργες συντάξεις από κάποιους πολιτικούς για να επιτύχουν ό,τι ονομάζουμε λεκτικό παφλασμό, εύκολα γίνονται αντιληπτές ακόμα και από τον ανυποψίαστο πολίτη.

Τι γίνεται όμως όταν χρησιμοποιείται σε μια διαφήμιση, όπου κατεξοχήν χρησιμοποιείται η ιδεολογία των λέξεων εμβάζοντας με λογοπαίγνια στο μυαλό απατηλές υποσχέσεις ή προκαλώντας ψευδαισθήσεις γύρω από ένα προϊόν και τα αποτελέσματά του; Τι γίνεται όταν την ίδια την αξία του προϊόντος αντικαθιστά ο γλωσσικός του εξωραϊσμός; Τι γίνεται (όπως σχολιάσαμε την προηγούμενη βδομάδα) όταν επιχειρείται η επιβολή ισχύος διά της (ακατανόητης) γλώσσας;

Αυτό που μπορεί να λεχθεί για το ρόλο της γλώσσας, είναι πως από εργαλείο επικοινωνίας μπορεί εξίσου να μεταβληθεί σε μηχανισμό υπονόμευσης της πραγματικότητας και στο τέλος σε υπονόμευση και της ίδιας της γλώσσας. Γιατί, τι άλλο ήταν από υπονόμευση της γλώσσας οι εθνικές τυμπανοκρουσίες της Χούντας (και όσων εξακολουθούν να τη μιμούνται και σήμερα, υιοθετώντας εν πολλοίς και τη ρητορική της), ο στόμφος ορισμένων πολιτικών, που καταλήγει σε αξιοθρήνητη πατσαβούρα ή ο γλωσσικός φετιχισμός, η αναγωγή ορισμένων λέξεων σε επιδέξια εργαλεία εξουσίας;