Με τις εξετάσεις σε σχολεία και πανεπιστήμια να βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη τίθεται πάντα το ζήτημα της χρήσης του λεξικού. Συνήθως οι φιλόλογοι και οι γλωσσολόγοι υποδέχονται την έκδοση ενός νέου λεξικού με τιμές εξαιρετικές, ιδιαίτερα αν πρόκειται για μια σημαντική λημματογράφηση και όχι ένα απλό αναμάσημα υπαρχόντων λεξικών, όπως γίνεται συνήθως με τα εμφανιζόμενα ως «χρηστικά» λεξικά, που απευθύνονται σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Και αυτό γιατί η συγγραφή ενός λεξικού, απαιτεί χαλκέντερους γλωσσολόγους για να πραγματοποιηθεί, που ορισμένοι έχουν αφιερώσει και τη ζωή τους στη συγγραφή ενός σημαντικού λεξικού, εκδότες με αυταπάρνηση και επιστημονικούς συνεργάτες με σπάνια χαρίσματα, ένα από τα οποία να είναι και η… μαντική τέχνη, καθώς και ολίγη τύχη, ειδικά αν πρόκειται να ασχοληθούν συλλήβδην και με την ετυμολογία.

Το θέμα είναι ότι, αφού εκδοθεί ένα λεξικό, οι φιλόλογοι το τοποθετούν στο ράφι «ανακουφισμένοι» που διασώθηκε, όπως λένε συνήθως, μια σημαντική πτυχή της γλωσσικής μας παρακαταθήκης, η οποία αλλιώς θα είχε χαθεί για πάντα.

Η εμμονή αυτή στην αρχειοθέτηση έχει πράγματι «σώσει» μνημεία του λόγου, που η εξέλιξη στη γλώσσα θα είχε για πάντα αφήσει να χαθούν, όμως είναι για να διερωτάται κανείς ποιο είναι το νόημα αυτής της όλο και διογκούμενης καταγραφής του λεξιλογικού πλούτου που φθίνει.

Απλοϊκό το ερώτημα, θα παρατηρούσε ένας ειδικός, ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη σύνταξης λεξικών που να είναι πλήρη και να καταγράφουν την εκάστοτε συγχρονία.

Το θέμα είναι όμως, πως δεν αξιοποιείται ο λεξιλογικός πλούτος όπως θα έπρεπε, και αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει κανείς να μαζεύει λέξεις από τα λεξικά και να τις «σερβίρει» ατάκτως ερρημένες στον ρέοντα λόγο, χωρίς τον προσήκοντα σεβασμό προς τις υφολογικές, πραγματολογικές και νοηματικές απαιτήσεις ενός κειμένου, προφορικού ή γραπτού.

Αξιοποίηση του λεξιλογικού μας πλούτου σημαίνει κατά κύριο λόγο γόνιμη οικείωση κυρίως με κείμενα -όχι με «λέξεις» αποσπασμένες από τον φυσικό τους χώρο και τοποθετημένες αλφαβητικά με μια ξηρή εξήγηση στο πλάι- από όλο το φάσμα της γλωσσικής μας παράδοσης, ώστε να μπορεί κανείς με ασφάλεια, αλλά και δημιουργικότητα να χρησιμοποιεί σε όλο το δυνατό εύρος ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της γλωσσικής ελευθερίας: την επιλογή.

Και βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί για τα λεξικά ότι ακριβώς είναι τον σφυγμό της γλώσσας τη δεδομένη εκείνη στιγμή που καταγράφουν και πως όπως έχει επισημανθεί όχι χωρίς δηκτικότητα «ένα λεξικό με την κυκλοφορία του είναι ήδη ξεπερασμένο».

Γι’ αυτό, αν και εξαιρετικά χρήσιμα, δεν πρέπει να υπακούει κανείς τυφλά στα λεξικά, ανάγοντας τα σε παντογνώστη και άνωθεν ρυθμιστή της γλώσσας. Από την άλλη, κανείς μπορεί να «παίζει» με τα λεξικά. Να τα διαβάζει σαν «μυθιστορήματα» που διηγούνται τα πάθη της γλώσσας, την ιστορία του πολιτισμού.

Σαν άσκηση γλωσσομάθειας, αλλά και σαν νοητική άσκηση που συγκρίνει παράγωγα, σύνθετα, ετυμολογίες, που βλέπει τη δυναμική της γλώσσας, την πληθώρα των επιλογών για να πεις ενδεχομένως το ίδιο πράγμα, αλλά με άλλο ύφος, σε άλλο περιβάλλον με άλλη βαρύτητα. Τα λεξικά μπορούν να μας ταξιδέψουν. Την ίδια ώρα καλό είναι να θυμόμαστε πως η γλώσσα δεν είναι παρέλαση λέξεων, αλλά συνειδητή νοηματική σύνθεση.