Σας συνέβη να διαβάζετε ένα κείμενο και να μην καταλαβαίνετε; Κάποτε τα βάζετε με τον συγγραφέα, αλλά συνήθως μπορεί να νοιώθετε οι ίδιοι υπεύθυνοι για την αδυναμία σας να κατανοήσετε ένα σημαντικό, πλην ακατάληπτο κείμενο. Αν πάντως είστε γενικώς ένας επαρκής αναγνώστης -έτσι τον ονομάζει και ο Σεφέρης τον αναγνώστη που έχει μια προπαίδεια και μπορεί να διεξέλθει διαφορετικά κείμενα κατανοώντας την ουσία τους- τότε το πιθανότερο είναι πως αντιμετωπίζετε ένα κείμενο που χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αμετροέπεια, προχειρογραφία ή και από τα τρία.

Η ασάφεια αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στη διατύπωση του λόγου, γραπτού και προφορικού και συνήθως σχετίζεται με την έλλειψη καθαρής σκέψης. Γι’ αυτό οι ψυχογλωσσολόγοι συνήθως λένε πως δεν υπάρχει “το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω”, αλλά “δεν μπορώ να το εκφράσω, γιατί δεν το έχω εντελώς ξεκάθαρο μέσα στο μυαλό μου”. Επειδή όμως πολλές φορές η ανάγκη για έκφραση ξεπερνά το φράγμα της σιωπής πολλοί, ιδίως όταν συνηθίζουν να ομιλούν δημόσια προτιμούν να κενολογούν, έτσι μπορούν να μιλούν επί ώρα χωρίς τελικά να λένε κάτι, να λένε δηλαδή τίποτε.

Η σχέση της ασάφειας με την κενολογία έχει από καιρό επισημανθεί και όποτε δεν ταλαιπωρεί τον ακροατή ή τον αναγνώστη από απλή σύγχυση, υποκρύβει μηχανισμούς ποδηγέτησης και χειραγώγησης. Με την ευκαιρία ποδηγετώ (από το πους, δηλαδή το πόδι και τη λέξη ηγέτης, από το ηγούμαι, που σημαίνει περπατώ μπροστά) σημαίνει ακριβώς οδηγώ κάποιον να περπατήσει στον δρόμο που χαράζω εγώ, δηλαδή κατευθύνω με την κακή όμως έννοια. Χειραγωγώ, αντίστοιχα, από το χειρ, δηλαδή χέρι και αγωγός, από το άγω, που σημαίνει οδηγώ σημαίνει κυριολεκτικά πιάνω κάποιον από το χέρι και του δείχνω τον δρόμο. Και στις δύο περιπτώσεις είτε δείχνουν στα πόδια μας τον δρόμο που θέλουν είτε μας πιάνουν από το χέρι για να μας πάνε εκεί που θέλουν προσπαθούν να μας επιβληθούν παρά τη θέλησή μας. Και ο λόγος όταν λειτουργεί εξουσιαστικά, δηλαδή όταν προσπαθεί να μας καθυποτάξει μέσα από την επιβολή της πνευματικής ανωτερότητας αυτού που μιλά ή γράφει μπορεί να λειτουργεί στους ανυποψίαστους και μέσα από την ασάφεια. Ασαφής, για παράδειγμα, είναι συχνά ο λόγος της πολιτικής.

Άλλο πρόβλημα της γραπτής και προφορικής έκφρασης είναι η αμετροέπεια, δηλαδή η έλλειψη μέτρου γύρω από το σημαντικό και το λιγότερο σημαντικό, ώστε μπορεί να μας τυραννούν σε μια διάλεξη ή σε ένα άρθρο ή σε μια ανάλυση στην τηλεόραση επί μακρόν για να μας πουν τελικά κάτι που θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε δύο αράδες. Η αμετροέπεια, δηλαδή η έλλειψη μέτρου γύρω από τη γλώσσα και τη χρήση της δεν είναι λιγότερο προβληματική από την ασάφεια, αντίθετα φαίνεται πως οι δυο τους είναι πρώτες ξαδέλφες και ασφαλώς δεν τις συναντάμε μόνο στα Ελληνικά.

Ακόμα, η προχειρογραφία, δηλαδή η απουσία και της ελάχιστης επεξεργασίας των κειμένων είναι ένας ακόμα παράγοντας που ταλαιπωρεί το ύφος στην επικοινωνία. Κάποτε ο Παλαμάς ή ο Μυριβήλης ή ο Σεφέρης ή πιο ύστερα ο Μανόλης Αναγνωστάκης ταλαιπωρούνταν με μια λέξη και μια φράση για ώρες και μέρες. Τώρα ακόμα και η λογοτεχνία απέκτησε ελέω τεχνολογίας μια “ευκολία” πρωτοφανέρωτη που είχε τελικά τις συνέπειές της στη γλώσσα. Ασφαλώς, εξακολουθούν να γράφονται και να εκφωνούνται εξαιρετικά δείγματα γλώσσας. Η γλώσσα θα εξακολουθήσει και να ομιλείται και να γράφεται και να εξελίσσεται.