Είναι γνωστή η αίσθηση που επικρατεί ότι οι ανθρωπιστικές, όπως τις ονομάζουν, επιστήμες (όπως λ.χ. η Φιλολογία ή η Γλωσσολογία) δεν παράγουν «πρακτικά» αποτελέσματα που να είναι άμεσα ορατά, γι’ αυτό και δεν χαίρουν πάντοτε της ανάλογης εκτίμησης ή δεν θεωρείται ότι πρέπει να καταγίνονται με την έρευνα, που στα μάτια των πολλών, ενδεχομένως να φαντάζει ως αχρείαστη.
Ειδικά όμως στη Γλωσσολογία, δεν συμβαίνει καθόλου αυτό αν σκεφτεί κανείς πόσες πρακτικές εφαρμογές μπορούν να βρουν τα γλωσσολογικά πορίσματα.
Μετά από πολλά χρόνια έρευνας και ανάπτυξης ποικίλων κλάδων της Γλωσσολογίας για πολλούς είναι ακόμα η επιστήμη που ασχολείται με την ιστορία των γλωσσών ή την ετυμολογία των λέξεων, ό,τι δηλαδή ήταν περίπου η Γλωσσολογία τον προπερασμένο αιώνα.
Όμως, αρχές της κειμενικής ανάλυσης είναι που χρησιμοποιούν οι διαφημιστές στη σύνταξη των κειμένων τους, οι πολιτικοί στην ανάπτυξη της ρητορικής τους, οι ιερωμένοι στα κηρύγματά τους.
Γλωσσικές μεθόδους χρησιμοποιούν πολλοί ποινικολόγοι στα πλαίσια μας δικαστικής υπόθεσης, ενώ η ανάλυση του λόγου εγκληματιών μπορεί να αποδείξει πολλά για το ίδιο το έγκλημα. Ήδη διεπιστημονικοί κλάδοι όπως «γλώσσα και νομική» έκαναν την εμφάνισή τους ως πολλά υποσχόμενοι.
Η ανάλυση που προσφέρει η Κοινωνιογλωσσολογία μπορεί να αποβεί ιδιαιτέρως αποκαλυπτική για τον τρόπο που αναπτύσσονται οι σχέσεις κοινωνίας και εθνικής ταυτότητας, για τους ρόλους των φύλων και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνική ιεραρχία σύμφωνα με τον τρόπο που της απευθύνουν το λόγο ή που η ίδια απευθύνει το λόγο στους άλλους, αλλά και μέσα από πεδία όπως η λογοτεχνία. Για τις στρατηγικές ρητορείας ενός πωλητή αυτοκινήτων, αλλά και ενός πολιτικού κόμματος. Για τις «κρυμμένες» ιδέες μιας δήλωσης, για τους τρόπους με τους οποίους δηλώνεται η περιφρόνηση, η ματαιοδοξία, ο στόμφος, η συγκατάνευση. Για τις ιδιαιτερότητες των λαών στην αντίληψη του κόσμου όπως φαίνεται μέσα από τη γλώσσα τους. Είναι τόσα και τόσα, ώστε κανείς θα τολμούσε να πει ότι οι σημερινές ανακαλύψεις της Γλωσσολογίας αξίζουν για τον πολιτισμό ό,τι και μια ιατρική ανακάλυψη. Φυσικά, τεράστιο είναι το κεφάλαιο που συνδέει τα γλωσσολογικά πορίσματα με την εκμάθηση ξένων γλωσσών, αλλά και της μητρικής γλώσσας.
Θα παραθέσω ακόμα και ένα από τα παραδείγματα του διάσημου ανθρωπογλωσσολόγου Benjamin Lee Whorf (“Language, thought and reality”, 1956 (σελ.135), για τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Αναφέρεται, λοιπόν, ο Whorf στο παράδειγμα ανθρώπων που στέκονται μπροστά από φιάλες που έχουν την ένδειξη «άδειες φιάλες υγραερίου» και σε άλλες με την ένδειξη «γεμάτες φιάλες υγραερίου».
Παρατηρεί, λοιπόν, ότι μπροστά στις άδειες φιάλες οι άνθρωποι τείνουν να είναι εξαιρετικά απρόσεκτοι, να καπνίζουν κ.λπ. ενώ μπροστά στις γεμάτες να παρουσιάζουν μια πολύ προσεκτική και ελεγχόμενη συμπεριφορά.
Έτσι, ενώ με βάση τους νόμους της φυσικής οι αληθινά επικίνδυνες φιάλες είναι οι άδειες, εξαιτίας των συνυποδηλώσεων που φέρει η λέξη «άδειος» στη γλώσσα (ασφαλής, ακίνδυνος, χωρίς περιεχόμενο κ.λπ.) διαμόρφωσε ανάλογα και την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο Μάικλ Βέντρις, για να αναφερθούμε σε ένα άλλο παράδειγμα, ο γνωστός αποκρυπτογράφος της Γραμμικής Γραφής Β’, που ομιλούσε άνετα καμιά δεκαριά γλώσσες, όταν βρισκόταν στη Δανία (της οποίας τη γλώσσα δεν γνώριζε τόσο τέλεια) χρειάστηκε παραφίνη για τη λάμπα πετρελαίου που είχε στο δωμάτιό του. Πήγε στο μπακάλικο της γειτονιάς, αλλά επειδή η λέξη gazoline του φάνηκε πολύ επικίνδυνη (προσοχή: η λέξη), προμηθεύτηκε από φαρμακείο σκεύασμα με την ονομασία parafine. Τελικά, χρειάστηκε να δαπανήσει κάμποσες ώρες για να καθαρίσει τη λάμπα από το… φάρμακο, μόνο και μόνο γιατί αλλοιώθηκε η συμπεριφορά του εξαιτίας της γλώσσας.
Από αυτά τα μικρά παραδείγματα και από άλλα, πιο ουσιαστικά, φαίνεται ο εξουσιαστικός ρόλος της γλώσσας αντί της παραδοσιακής αντίληψης ότι απλώς «εκφράζει τις σκέψεις μας». Και όποιος επιμένει να αγνοεί αυτή τη δύναμη θα πρέπει να είναι έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες της άγνοιάς του, όχι στα πλαίσια κάποιου υπερβατικού σχήματος, αλλά στην καθημερινή, την πολύ καθημερινή, ζωή του. Ακόμα και τούτος ο τίτλος του σημερινού μας ενθέτου δείχνει τι μπορεί να κάνει κανείς με τη γλώσσα σε επίπεδο πρακτικών εφαρμογών δημιουργώντας ή διαψεύδοντας ανάλογες προσδοκίες.