Γλώσσα δεν είναι μόνο τα λάθη που διαπράττουμε, ακόμα και όσοι απ’ εμάς είναι «επαγγελματίες» του λόγου, σε γραμματική και συντακτικό. Παρόλο που υπήρχε ανέκαθεν η έντονη τάση η Φιλολογία (και πόσο μάλλον, η Γλωσσολογία) να ταυτίζεται με την προσπάθεια ανεύρεσης γλωσσικών λαθών στον προφορικό και γραπτό λόγο και με τη θεραπεία τους, καθώς και με την ανεύρεση της ετυμολογίας των λέξεων, της εξέλιξης και του μετασχηματισμού των εννοιών τους μέσα στο χρόνο, στην πραγματικότητα η Γλωσσολογία είναι αυτό στον ελάχιστο δυνατό βαθμό.

Ή για να το θέσουμε με όρους της σύγχρονης Γλωσσολογίας δεν είναι ούτε καν αυτό. Γιατί, όπως δεν κουραστήκαμε να επαναλαμβάνουμε πολλές φορές, έχοντας επίγνωση της δύναμης που έχουν οι εγκατεστημένες προκαταλήψεις, το να προσπαθεί κανείς να ανευρίσκει γραμματικά και συντακτικά λάθη (αναμενόμενα και αναπόφευκτα), ώστε μετά να κατακεραυνώνει συλλήβδην τη Γλώσσα των συγχρόνων του, καθώς και το πνευματικό και πολιτιστικό τους επίπεδο είναι ένα σπορ (γιατί δεν πρόκειται για επιστημονική προσέγγιση) εντελώς ξένο προς τη Γλωσσολογία.

Αντίθετα, η Γλωσσολογία οδήγησε στην ανοχή των «λαθεμένων» τύπων, εξήγησε πως η γλώσσα βρίσκεται υπό διαρκή ζύμωση, πως το «σωστό» και το «λάθος» διέπονται από νόμους εσωτερικούς (γλωσσικούς), αλλά και εξωτερικούς (κοινωνικούς, ψυχολογικούς και άλλους), πως πολλές φορές «τα λάθη του σήμερα αποδεικνύονται τα σωστά του αύριο» και πως εν τέλει χρειάζεται ψυχραιμία στον τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιούμε τη γλωσσική πραγματικότητα.

Αν έχει κάτι να μας προσφέρει, εξάλλου, η κατανόηση των γλωσσικών μηχανισμών δεν είναι η ανεύρεση του σωστού και του λάθους, αλλά η συνειδητοποίηση γύρω από τον εξουσιαστικό ρόλο της γλώσσας.

Ασφαλώς, δεν είναι κατακριτέο να προσπαθεί κανείς να βελτιώνει το λόγο του, να μην υποπίπτει σε συνήθη γραμματικά και συντακτικά λάθη της τρέχουσας γραμματικής συγχρονίας, να μην παραβιάζει γλωσσικούς-νοηματικούς μηχανισμούς, ώστε το μήνυμά του να φτάνει στον αποδέκτη του με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. (Γιατί όσο επιτηδευμένος, καλλιεργημένος ή κυριολεκτικός και να είναι ο λόγος υφίσταται ένα βαθμό αλλοίωσης στη μετάβασή του από τον πομπό στο δέκτη).

Όμως αν είναι να αναχθεί η προσπάθεια για καλύτερη επικοινωνία μέσα από τη συζήτηση “γλωσσικών λαθών” και μόνο στο άλφα και το ωμέγα των αναζητήσεών μας για τη Γλώσσα (όπως συχνά γίνεται στις δημόσιες συζητήσεις για τη γλώσσα) τότε στην πραγματικότητα δεν έχουμε καταλάβει τι είναι γλώσσα, πώς εξελίσσεται και ποιοι είναι οι μηχανισμοί της.

Εξάλλου, και αυτοί ακόμα που ασχολούνται με την ανεύρεση των γλωσσικών λαθών συνηθίζουν να ασχολούνται με το λεξιλόγιο, που είναι και ο πιο πρόσφορος τρόπος να εντοπίζει κανείς –τετριμμένα- συνήθως λάθη, ενώ δεν λένε τίποτα για τη Φωνολογία της γλώσσας, για την προφορά, για τη δομή του κειμένου (τη μακροδομή), για την ανάλυση του προφορικού λόγου (Discourse Analysis) και για τόσα άλλα. Η μονομέρεια κι αυτή από μόνη της δείχνει τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται πολλές φορές το φαινόμενο, αλλά και τη ματαιοπονία της προσέγγισης, αφού όσο θα υπάρχει η θάλασσα των έγγλωσων ανθρώπων τόσο θα διαπράττονται καθημερινά «λάθη».