Κανονικά θα ήταν περιττή η προσπάθεια να εξηγήσει κανείς την –αυταπόδεικτη άλλωστε- αξία του να γνωρίζει κανείς περισσότερες από μια γλώσσες (από τη «μητρική» γλώσσα που λέγαμε στις προηγούμενες γλωσσικές σφήνες). Ιδιαίτερα σε ένα απαιτητικό τοπίο, όπως αυτό που προϋποθέτει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα με την κατάργηση των συνόρων και την εξαιρετική κινητικότητα ανθρώπων και φυσικά γλωσσών, η γνώση μιας δεύτερης ή και μιας τρίτης ευρωπαϊκής γλώσσας φαντάζει σχεδόν επιτακτική ανάγκη, παρά «επιπλέον προσόν».
Σε επίπεδο πολιτισμών, ακόμα παραπάνω η γνώση μιας γλώσσας μας φέρνει πιο κοντά στην κουλτούρα ενός λαού, μας κάνει πιο δεκτικούς απέναντι στο διαφορετικό.
Υπάρχουν, βέβαια, κι αυτοί που προβάλλουν τη δική τους γλώσσα –όχι μόνο τα Ελληνικά, όπως συνηθίσαμε τους «δικούς» μας γλωσσαμύντορες- ως την «περιούσια», που ανησυχούν όταν βλέπουν ότι υπάρχει ενδιαφέρον για εκμάθηση κι άλλων γλωσσών, που συνήθως το αντιλαμβάνονται ως δυνάμει εκμαυλισμό της «εθνικής» γλώσσας, που οι ίδιοι μαθαίνουν (sic) ξένες γλώσσες μόνο και μόνο για να πειστούν και να πείσουν και τους υπόλοιπους για τις «αδυναμίες» τους σε σχέση με τη δική τους. Μη θυμηθούμε τώρα εδώ το, προ ημερών δημοσιευμένο, άρθρο στον Τύπο, κατά τα άλλα ελλόγιμου και ακαδημαϊκού ανδρός που προσπαθεί να μας αποδείξει ότι τα αρχαία ελληνικά είναι… πιο ζωντανά από τα νέα (!) και ότι υπάρχει συνωμοσία να τα μισήσουν οι μαθητές, γι’ αυτό τα διδάσκονται μέσα από δικανικούς λόγους και όχι μέσα από τη μυθολογία!
Η αλήθεια είναι, όπως το έχει αποδείξει η επιστήμη, πως η γνώση περισσότερων από μιας γλωσσών δεν εμποδίζει με κανένα τρόπο τη γνώση, από το ίδιο άτομο, μιας άλλης ή άλλων γλωσσών, εφόσον βέβαια οι συνθήκες έχουν ευνοήσει την κατάκτησή τους1.
Επιπλέον, η επισήμανση αυτή αφορά στην ίδια την κατάκτηση (acquisition) μιας άλλης γλώσσας σε νεαρή ηλικία και όχι μόνο στην απλή εκμάθηση (learning) σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής.
1. Κλωντ Ασέζ: Το παιδί ανάμεσα σε δυο γλώσσες. Εκδ. Πόλις, σελ. 10.