«Το Φιλί της γυναίκας αράχνης του Μ. Πουίγκ από την Alpha Square.
Το «Φιλί της γυναίκας αράχνης» είναι ένα δύσκολο και απαιτητικό κείμενο, που όχι απλώς βάζει δύσκολα στον σκηνοθέτη, αλλά επιβάλλει απόλυτη αφοσίωση. Με άλλα λόγια, βασίζεται στον διακαή πόθο ενός σκηνοθέτη να αναμετρηθεί μαζί του. Παράλληλα, είναι καλύτερα κανείς να εγκαταλείψει την ιδέα για ανέβασμά του αν δεν σιγουρευτεί ότι εξασφάλισε τις υπηρεσίες δύο ηθοποιών που θα είναι όχι απλώς απόλυτα ταγμένοι και συγκεντρωμένοι και στην παραμικρή ατάκα, αλλά και ικανοί να συντονιστούν με τον θεατρικό κώδικα των χαρακτήρων που υποδύονται. Ο Μολίνα και ο Βαλεντίν –ειδικά ο πρώτος– είναι δύο ρόλοι εντυπωσιακά πιστευτοί και πραγματικοί, αλλά και εκρηκτικοί. Είναι ικανοί να δοξάσουν αλλά και να καταποντίσουν επαγγελματίες ηθοποιούς με περγαμηνές.
Το βιβλίο του Μάνουελ Πουίγκ ευτύχησε να γνωρίσει δόξες ως θεατρικό έργο και μιούζικαλ, αλλά και ως ταινία του κινηματογράφου που χαρακτηρίστηκε από τις εμβληματικές ερμηνείες του Γουίλιαμ Χαρτ και του Ραούλ Τζούλια (ή Χουλιά). Αυτή η μεταφορά από τον ίδιο τον συγγραφέα απλοποίησε την πρωταρχική δουλειά, η μορφή της οποίας δεν ήταν η κλασική του μυθιστορήματος, αλλά πιο πειραματική, χωρίς αφήγηση, συχνά με την τεχνική της ροής της συνείδησης και με διαλόγους όπου ο αναγνώστης δεν είχε πάντοτε τη βεβαιότητα ποιος είναι ο ομιλητής. Παράλληλα, η κύρια πλοκή εμπλουτίζεται από υπο-πλοκές και επιπλέον ιστορίες. Είναι μια γραφή ήδη δραματοποιημένη κατά κάποιο τρόπο, που εστιάζει στους παλμούς της συνείδησης των κεντρικών χαρακτήρων.
Αυτό το πολύπλοκο παιχνίδι με τον αναγνώστη φυσικά εξαϋλώνεται στην κινηματογραφική, όπως και στη θεατρική μετα-γραφή του έργου που είχαμε την ευκαιρία να δούμε και στην Κύπρο από την Alpha Square σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Αραούζου. Δεν παύει εντούτοις να περιέχει τα βασικά συστατικά που έδωσαν στο βιβλίο αυτή τη χορταστική, άγρια δυναμική του. Ο Πουίγκ προβαίνει σε μια μελέτη χαρακτήρων και συντάσσει έναν ιδιότυπο ψυχικό χάρτη που περιγράφει την ακατάβλητη φύση της ανθρώπινης ψυχής να αναζητεί ψήγματα τρυφερότητας ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Το αβάσταχτο υπαρξιακό άχθος, σε συνδυασμό με τις συνθήκες απελπισίας και καταπίεσης, οδηγεί σε συναισθηματικά καταφύγια, που πολλές φορές τα εφευρίσκεις ακόμη κι εκεί όπου δεν υπάρχουν.
Το έργο έχει ανάγκη από ένα σκηνοθέτη δημιουργό εικόνων και καθοδηγητή ηθοποιών. Ο Ανδρέας Αραούζος δεν επιδίωξε την εύκολη, κοσμογονική συγκίνηση. Όμως αναζήτησε τα όρια της καλλιτεχνικής του ελευθερίας, χωρίς να τη στερεί κι από τους ηθοποιούς του. Κι αυτό ενέχει ρίσκο. Έδωσε την εντύπωση ότι άφησε το ίδιο το έργο να χυτευθεί στην ιδιοσυγκρασία των ερμηνευτών. Φαίνεται όμως ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και πίστη στη χημεία του Φώτη Αποστολίδη με τον Βασίλη Χαραλάμπους. Απόλυτα συγκεντρωμένοι, στην τσίτα για όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν αφέθηκαν ούτε στιγμή να υποπέσουν σε ερμηνευτικές ευκολίες.
Ο Μολίνα και ο Βαλεντίν είναι δύο χαρακτήρες παράταιροι, που ενώνουν με το ζόρι τις ζωές τους. Κοινό τους στοιχείο είναι η δίψα για ελευθερία. Ο πνιγηρός και μονότονος μικρόκοσμος του κελιού συμπιέζει τις διαφορετικές και αντιθετικές αρχές και στάσεις ζωής και τις ελαχιστοποιεί. Ήταν ανατριχιαστικά λειτουργική από αισθητικής απόψεως η κάλυψη ολόκληρου του πίσω τοίχου με τα κάγκελα του κελιού. Από την άλλη, όμως, ίσως έπρεπε να υπάρχει πιο ξεκάθαρος διαχωρισμός των «χώρων ευθύνης» των δύο τόσο διαφορετικών χαρακτήρων εντός του υπόλοιπου κελιού- σκηνικού.
Η πολιτική καρδιά του έργου πάλλεται παράλληλα με την ψυχολογική-υπαρξιακή, ενώ ομαλά η επαναστατικότητα συναντά το ειδύλλιο. Αυτό μπορεί να πιστωθεί και ως κατάκτηση της παραγωγής σε μια ανηφορική διαδικασία αποτύπωσης της καταπίεσης και της κατοχικής καθημερινότητας.