«Το Ξύπνημα» του Ντάριο Φο σε σκηνοθεσία Ηλία Ανδρέου.

Η διάθεση. Το πάθος. Το σαράκι της δημιουργικότητας. Η ακατανίκητη ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση. Αυτές ήταν, είναι και θα είναι οι δυνάμεις που κινούν τη θεατρική σφαίρα. Όχι το χρήμα και σίγουρα όχι η τεχνοκρατία. Το αίμα που κυλάει στις αρτηρίες του ντελικάτου όντος που λέγεται θέατρο τροφοδοτείται ακριβώς από τις δυνάμεις αυτές. Κάποιοι θα το πούνε ψώνιο ή αφέλεια και άγνοια κινδύνου. Είναι όμως εξαιρετικά παρήγορο κάθε φορά να διαπιστώνεις ότι δύσκολα θα εκλείψει το φαινόμενο των ανθρώπων που επειδή λατρεύουν με θρησκευτική ευλάβεια αυτό που κάνουν είναι έτοιμοι να πειραματιστούν, να εκτεθούν, να τσακιστούν στα βράχια της χλεύης, αλλά και βέβαια να πληρώσουν από την τσέπη τους.

Αυτό το μίνι φεστιβάλ που διοργανώνει το WhereHaus 612 με τίτλο «Η Παρασκευή των μονολόγων» είναι μια τέτοια περίπτωση. Είναι μια πρωτοβουλία σε χαμηλούς τόνους που ωστόσο δίνει το βήμα σε καλλιτέχνες έτοιμους να φάνε τα μούτρα τους, να εκφραστούν ελεύθερα. Η λέξη «Παρασκευή» υποθέτω ότι αναφέρεται στην ημέρα που παρουσιάζονται οι προτάσεις. Εντούτοις, το μυαλό αναπόφευκτα πάει και στο ρήμα «παρασκευάζω», με την έννοια της δημιουργίας νόστιμων καλλιτεχνικών συνταγών με αγνά, σπιτικά υλικά. Δεν είμαι σε θέση να πω με σιγουριά τι θα γινόταν σε περίπτωση που τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία την αναλάμβανε ο ΘΟΚ, προσφέροντας χώρους και μέσα σε δημιουργούς. Αν δηλαδή το βάρος του θεσμού και το κλίμα της εποχής αφαιρούσε κάτι από την ελευθερία κινήσεων και τον αυθορμητισμό.

Η πρώτη «παρασκευή» ήταν μια πρόταση του Ηλία Ανδρέου πάνω στο «Ξύπνημα» του Ντάριο Φο και της Φράνκα Ράμε. Το έργο είναι ένα μοσχομυριστό άνθος σ’ ένα μπουκέτο μονολόγων υπό τον τίτλο «Όλα για το σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» που συνέγραψαν και πρωτοπαρουσίασαν το 1977 στο περίφημο Palazzina Liberty, με πρωταγωνίστρια φυσικά τη Ράμε, εν μέσω απεργιών και καταλήψεων σε εργοστάσια.

Η πρωταγωνίστρια του μονολόγου –εδώ την ενσάρκωσε η Πηνελόπη Βασιλείου- είναι μια διαχρονική Μαίρη Παναγιωταρά που (αυτο)σαρκάζει τη διαχρονική γυναικεία συνθήκη στον καπιταλιστικό και ανδροκρατούμενο κόσμο. Το συγκεκριμένο έργο συμπυκνώνει την ουσία της καταπίεσης, μέσα από τις αντιφάσεις και τους παραλογισμούς της. Φιλοδοξία του πολιτικά και κοινωνικά ευαισθητοποιημένου ζεύγους ήταν βέβαια ένα άλλο ξύπνημα: το ξύπνημα της γυναίκας στη νέα εποχή. Μέσα από την υπερβολή, την ανατροπή, το γκροτέσκο θέλουν να ανοίξουν το στόμα για να γελάσει και το μυαλό για να σκεφτεί.

Ο μονόλογος αυτός σταδιακά άρχισε να παρουσιάζεται όλο και πιο αφαιρετικά, με σχηματικές αναφορές αντί για πραγματικά σκηνικά. Ο Ηλίας Ανδρέου ακολούθησε αυτή τη γραμμή, πιστός και στο πνεύμα της διοργάνωσης. Όμως στη συνέχεια ακολούθησε μιαν άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα ατραπό. Ενσωμάτωσε στοιχεία από τη μιμική τέχνη και την αναπαραστατική κίνηση, προσδίδοντας μια αύρα αυτοσχέδιας κωμωδίας: Η κομέντια ντελ άρτε συναντά τον βωβό κινηματογράφο και την παντομίμα.

Το ισχυρό κείμενο των Φο – Ράμε οπτικοποιείται έτσι, με μεγάλη άνεση, σε μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική φόρμα, που εντείνει τον σαρκασμό και την αλληγορία και αναδεικνύει την καταπίεση, την ταξική ένταση και τα έμφυλα στερεότυπα. Το καλλιτεχνικό δίδυμο έμοιαζε να ελέγχει απόλυτα τη σκηνική πράξη, δίνοντας παράλληλα μια εντύπωση φυσικότητας και αυθορμητισμού.

Προέκυψε μια εκφραστικά σύνθετη εργασία, με αίσθηση του ρυθμού, ένα ωραίο θεατρικό παιχνίδι που απολάμβαναν μαζί με τους θεατές και οι ίδιοι, καθώς προκαλούσε γέλιο και ταυτόχρονα οργή συνειδητοποίησης. Ο κινησιολογικός κώδικας και οι υποκριτικοί τύποι, παράλληλα με τη φορμαλιστική υπερτόνιση και την αφαιρετική αισθητική, δημιουργούσαν ένα ιδανικό πεδίο υποδοχής των κειμενικών στόχων, αλλά και μια καινούρια δραματική διάσταση.