«Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» της Λένας Κιτσοπούλου σε σκηνοθεσία Κώστα Σιλβέστρου. 

Σε μια κρίση αυτοκριτικής, διαπιστώνω ότι ανάμεσα στα πολλά κουσούρια που ταλανίζουν τη γραφίδα μου είναι η ενοχλητικά συχνή χρήση των λέξεων «ριψοκίνδυνος», «ρίσκο», «στοίχημα», «πρόκληση», «πήχης». Αναφέρονται στην απόφαση ενός σκηνοθέτη ή μιας καλλιτεχνικής ομάδας να καταπιαστούν μ’ ένα καλλιτεχνικό πρότζεκτ. Λες και δεν είναι δεδομένο ότι ο καλλιτέχνης με σεβασμό στον εαυτό του και στο αντικείμενό του βάζει το κεφάλι του στον τορβά κάθε φορά που εκθέτει τις ανησυχίες του και την ανάγκη του για έκφραση.

Από την άλλη, αλίμονο σε όσους φοβούνται τα κλισέ και τις πολυχρησιμοποιημένες εκφράσεις και περιχαρακώνουν τα κείμενά τους στην εντυπωσιοθηρία και στα μοτίβα μιας αόριστης, δυσκοίλιας πρωτοτυπίας. Το έργο της Λένας Κιτσοπούλου «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» ενέχει ρίσκο και μάλιστα πολύ –πώς να το κάνουμε; Για την ακρίβεια η όλη απόπειρα έχει ποτιστεί με τη αύρα του παράτολμου και επισφαλούς, πράγμα που μεταδίδεται αβίαστα στο κοινό στη διάρκεια της παράστασης, σαν ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Στη δική μου τουλάχιστον το ένιωσα.

Αφενός έχουμε την Κατερίνα Καζαντζή. Ζώντας εκτός Κύπρου και απουσιάζοντας για αρκετά χρόνια από τα εγχώρια θεατρικά δρώμενα, επιθυμούσε διακαώς μια αποφασιστική επιστροφή. Και τι πιο δυναμικό από έναν επιθετικό και άναρχο μονόλογο της Κιτσοπούλου, συγκεκριμένα αυτόν που της άνοιξε τον δρόμο για το θέατρο. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η Καζαντζή βουτά κατευθείαν στα βαθιά αναλαμβάνοντας ένα κείμενο που στην Αθήνα, οκτώ χρόνια μετά, συζητείται ακόμη για το πόσο «δικό της» το έκανε η Μαρία Πρωτόπαππα στο Εθνικό, ενσαρκώνοντας την 37χρονη μεταφεμινίστρια που πλήττει θανάσιμα στη νηνεμία της καθημερινότητας. Αλλά μπορεί και να ισχυριστεί ότι πλέει σε σίγουρα νερά, μ’ ένα έργο δοκιμασμένο, ανοιχτό και σφυρηλατημένο στ’ αυτιά του ευρέως κοινού, με μια γλώσσα οικεία, γυμνή, προφορική, ακανόνιστη, πρόσχαρα απελπισμένη.

Δεν είμαι σίγουρος αν η «αγρανάπαυση» έκανε καλό στην ηθοποιό, ήταν διακριτά άλλωστε κάποια αναπόφευκτα σημάδια «σκουριάς», που ξεπρόβαλαν στην εξωστρεφή ερμηνεία της. Η Καζαντζή δίνει μεγαλύτερο βάρος στη δραματική πλευρά του χαρακτήρα και τονίζει τις υποκριτικές της γραμμές. Η όλη της προσέγγιση πάνω στο ρόλο, αυτό το διαχυτικό δόσιμο, έκρυβε και μια συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια να τον «οικειοποιηθεί», να διαφοροποιηθεί βγάζοντας τη γλώσσα στην εσωτερικότητα και την ασίγαστη ένταση για την οποία επευφημήθηκε η δουλειά της Πρωτόπαππα.

Αφετέρου έχουμε και τον Κώστα Σιλβέστρο. Τον οποίο φαντάζομαι να κοιμάται ακόμη με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο κομοδίνο του. Φάνηκε να παίρνει πολύ σοβαρά και κατάκαρδα αυτή τη διάκριση και να έχει αυτόκλητα επωμιστεί την ευθύνη να δικαιώσει μια ολόκληρη γενιά νέων και ελπιδοφόρων δημιουργών, που αναζητούν τη θέση τους στον θεατρικό μας βιότοπο. Είναι νωρίς για να του προσάψει κάποιος καλλιτεχνική επιορκία και είναι απαραίτητο να νιώσει ότι εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα να φάει τα μούτρα του.

Πρότεινε λοιπόν μια έντονη, ατρόμητη και παρεμβατική σκηνοθεσία με πολλές ιδέες και εντυπωσιακό φινάλε. Παράλληλα, κάνει συνεχώς σπόιλερ, θαρρείς και θέλει να προδώσει την εξέλιξη. Το καλό με τον Κώστα, εντούτοις, είναι ότι έχει άστρο. Είναι θαρρείς και μια μαγική δύναμη έρχεται την υστάτη και «δένει» τα υλικά του, ενεργοποιώντας τη δύναμη που απογειώνει το αποτέλεσμα.

Το κοινό το ένιωσε γι’ αυτό και όλες οι παραστάσεις της πρώτης εβδομάδας ήταν γεμάτες κι όχι επειδή ο Σιλβέστρος έγινε ξαφνικά «μόδα», ή επειδή ανακοίνωσε περιορισμένο αριθμό παραστάσεων και αυστηρά στο συγκεκριμένο χώρο στη Λεμεσό. Εν τέλει, οι αδρές σκηνοθετικές πινελιές προσέδωσαν έναν ιδιότυπο αινιγματικό τόνο, ένα λευκό πέπλο μυστηρίου που σκέπασε και τακτοποίησε, μαζί με τα επί σκηνής, τα γήινα.