Χάρισμα, νταλγκάς, φιλότιμο και αδιάκοπη έρευνα. Η οργανοποιία έχει τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά με την ίδια τη μουσική. Και παράλληλα συνδυάζει αγάπη για τη μελωδία, πλατιά γνώση ακουστικής, μαστοριά και αισθητική αντίληψη. Μπορεί να μην απολαμβάνει την αναγνώριση που της αξίζει στο πάνθεον της μουσικής παραγωγής, αλλά είναι μια ανεξάρτητη τέχνη που συνυπάρχει με τη μουσική.

Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι όσοι οργανοποιοί έχω συναντήσει στη ζωή μου αποπνέουν σεμνότητα και μια ιδιότυπη ευγένεια. Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο Λεωνίδας Σπανός. Η άρνησή του, τα μεσάνυχτα της περασμένης Τρίτης, να κατέβει στο πάλκο και να μοιραστεί το χειροκρότημα με τους μουσικούς δείχνει ότι η επιλογή του να ταχθεί σε μια τέχνη κατεξοχήν προορισμένη να υπηρετεί μια άλλη και να μη βρίσκεται ποτέ στο προσκήνιο, είναι συνειδητή. Ήταν το τέλος μιας μαγικής βραδιάς που ήταν αφιερωμένη στον ίδιο και την προσφορά του στην αναγέννηση της λαϊκής μουσικής στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.

Ο Σπανός έχει παράλληλα βαθιά εικαστική παιδεία, όντας ακαδημαϊκός γλύπτης που κατεργάζεται υλικά από την Κύπρο και τη φύση της, αλλά και το κατάλληλο ξύλο, σεντέφι και βερνίκι, για να προσφέρει μοναδικά έργα τέχνης. Τα όργανα, ωστόσο, που δημιουργεί, εκτός από την αισθητική τους αυτάρκεια, φεύγουν από τα χέρια του, αποκτούν πνοή και γίνονται εργαλεία εξάσκησης της μουσικής δεξιοτεχνίας από αφοσιωμένους μύστες και απλούς μερακλήδες.

Ήταν μια εξαιρετική πρωτοβουλία από πλευράς του Πολιτιστικού Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Κύπρου να επιλέξει να ξεκινήσει την επετειακή, 20ή εκδοχή του, με εκδήλωση αφιερωμένη στην οργανοποιία, και ειδικότερα στο σπουδαίο έργο του Λεωνίδα Σπανού. Η εκδήλωση, με τίτλο «… να κουμπασάρει τον καιρό», δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει κάτι λιγότερο από ένα χορταστικό μουσικό πρόγραμμα τριών και πλέον ωρών. Παρά την παρατεταμένη της διάρκεια, την καλοκαιρινή ψύχρα που αγκάλιαζε με την ώρα όλο και πιο σφιχτά όσους αμέλησαν να πάρουν μια ζακέτα, αλλά και το δεδομένο ότι η επομένη ήταν μια εργάσιμη μέρα, η κερκίδα έμοιαζε μεν να φυλλορροεί, αλλά ως διά μαγείας στο τέλος ήταν σχεδόν γεμάτη σε παρουσία και πλήρης σε συναισθήματα.

Οι νότες αντηχούσαν στα σκάφη των οργάνων του Λεωνίδα Σπανού, με τη δουλειά του οργανοποιού να λειτουργεί πράγματι ως κουμπάσο των ποικίλων μουσικών παραδόσεων που διασταυρώνονται αιώνες τώρα στο ανεμοδαρμένο μας νησί. Ακροατές διαφόρων ηλικιών και αναζητήσεων ήρθαν να αποτίσουν φόρο τιμής σ’ έναν σπουδαίο δημιουργό, αλλά και να απολαύσουν αυτό το συναπάντημα λαϊκών και παραδοσιακών ήχων από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Κρήτη, την Ανατολή, που απηχούν το ζύμωμα των πολιτισμών στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα, ήρθαν να στηρίξουν τη δουλειά που πραγματοποιεί εδώ και μια 20ετία αυτή η σπάνια εστία πολιτισμού, που προσφέρει εκδηλώσεις ποιότητας και υπηρετεί άοκνα μια μοναδική στο είδος της διαδικασία διαπολιτισμικής ανταλλαγής.

Οι δεξιοτέχνες κλήθηκαν επίσης να προσαρμοστούν στο ιδιαίτερο κλίμα της Κύπρου, που επηρέαζε καθοριστικά τα ντουζένια των μουσικών οργάνων. Ο κόσμος όμως καθόλου δεν πτοήθηκε και αρκετοί βρέθηκαν αυθόρμητα να χορεύουν μπροστά στους μουσικούς. Ακολουθώντας τις μελωδικές γραμμές και τη λαογραφική βαρύτητα της εκδήλωσης, οι εκτιμητές της αξίας του χειροποίητου οργάνου συμμετείχαν με την ψυχή, τους ψιθύρους και την αύρα τους σε μια πολύ ιδιαίτερη μυσταγωγία.

Γιάννης Κουτής, Ζαχαρίας Σπυριδάκης, Γιἀννης Παπατζανής, Δημήτρης Σιδερής, Στέλιος Κοτζαμπασάκης, Θάνος Μπουρής, Παναγιώτης Διαμαντής, Αντώνης Χατζηαντώνης, μουσικοί του κόσμου με καταγωγή από την Κύπρο και την Ελλάδα, παρότι ορισμένοι έδειχναν ότι δεν πρόλαβαν να έρθουν επαρκώς προετοιμασμένοι, έδωσαν το τιμητικό «παρών» σε μια βιωματική εκδήλωση έξω από τα καθιερωμένα.