Ήταν μόλις μια μέρα μετά την πανσέληνο του Ιουνίου κι ένα ρόδινο φεγγάρι είχε ξεπροβάλλει μεγεθυμένο από τον ορίζοντα. Ο καιρός (αυτή τη φορά) ήταν ιδανικός· η ζέστη είχε ήδη υποχωρήσει μαζί με τον ήλιο κι ένα ελαφρύ, δροσερό αεράκι χάιδευε τα μάγουλα των θεατών, οι οποίοι μπορούσαν να αγναντεύουν τα φώτα της Πάφου που απλωνόταν απέναντι σαν πιάτο. Το Αρχαίο Ωδείο ήταν ασφυκτικά γεμάτο κι ακόμη και οι πέτρες αδημονούσαν για το μεγάλο γεγονός.
Δυο καλοκουρδισμένα, καλογυαλισμένα και καλοτοποθετημένα πιάνα Steinway & Sons, διακαής πόθος κάθε επαγγελματία πιανίστα, περίμεναν κι αυτά καρτερικά τους περιζήτητους βιρτουόζους να γλιστρήσουν τα μαγικά κι εξασκημένα τους δάχτυλα πάνω στα πλήκτρα τους. Και τα ξύλινα αναλόγια ετοιμάζονταν να υποδεχτούν τις παρτιτούρες μερικών εκ των κορυφαίων έργων του παγκόσμιου ρεπερτορίου για δύο πιάνα.
Όχι, μην ανησυχείτε, δεν εξασκούμαι στη λογοτεχνία. Θέλω απλώς να σας μπάσω στο κλίμα που επικρατούσε λίγες στιγμές πριν αρχίσει το πολυαναμενόμενο ρεσιτάλ για δύο πιάνα των Βλαντιμίρ και Βόβκα Ασκενάζι. Η ανυπομονησία προκαλούσε έναν σχεδόν ηδονικό εκνευρισμό, ενώ το μυαλό απωθούσε ενστικτωδώς σκέψεις του τύπου «τι μπορεί να πάει στραβά;» Όλοι κρατούσαν τις ανάσες τους όταν οι πρώτες νότες από το ντιβερτιμέντο του Σούμπερτ άρχισαν να μελίζουν την ατμόσφαιρα. Όμως…
Δεν πέρασαν παρά μερικά δευτερόλεπτα κι ο larger-than-life Βλαντιμίρ Ασκενάζι παράτησε σύξυλη την ουγγρική μελωδία και σηκώθηκε ενοχλημένος για να κάνει αυστηρή παρατήρηση σ’ έναν εικονολήπτη που καθυστέρησε να αποχωρήσει κι έκοβε βόλτες στην ορχήστρα, σε κοντινή απόσταση από τα πιάνα. Ανεξάρτητα από το αν είχε δίκιο ή άδικο, το περιστατικό προκάλεσε αμηχανία και δυσφορία στο ακροατήριο, την οποία αργότερα αναζωπύρωσε και το δηλητηριώδες βλέμμα που ο βλοσυρός μύθος έριξε στην κοπέλα που του γύριζε τις σελίδες, επειδή το σκερτσόζικο αεράκι δυσκόλευε το έργο της.
Κι όμως! Το τέλος αυτού του ρεσιτάλ βρήκε το κοινό να χειροκροτά όρθιο. Είχε προηγηθεί μια υψηλότατου επιπέδου εκτέλεση, σχεδόν αποστειρωμένα επαγγελματική. Αργά αλλά σταθερά, η «τάφρος» που δημιουργήθηκε μεταξύ καλλιτεχνών και ακροατηρίου, έκλεισε πιστοποιώντας την ηγεμονική θέση της οικογένειας Ασκενάζι στο πάνθεον της πιανιστικής τέχνης.
Πατέρας και γιος επιβεβαίωσαν την επιστημονική τους προσέγγιση πάνω στο θαυμάσιο αντικείμενο, σαν φυσική συνέχεια της μυθώδους ρωσικής παράδοσης, με μια επίδειξη σχεδόν υπερβατικής δεξιοτεχνίας. Επιβεβαίωσαν επίσης το μεγαλείο της ιδιοφυίας του Σούμπερτ, του Σμέτανα, του Ραβέλ και του Ραχμάνινοφ. Ακόμη και του Γκλίνκα, στο ανκόρ. Με μια τέτοια επίδοση δεν μπορώ να συμμεριστώ τις διαπιστώσεις συνακροατών μου, περί μειωμένης φυσικότητας και ελευθερίας στο παίξιμο, ή ελάσσονας συναισθηματικής απόδοσης. Σ’ αυτό το επίπεδο, μουσικότητα και τεχνική δεν μπορεί παρά να είναι αδιαχώριστες.
Είχαμε τη χαρά να ακούσουμε τέσσερις απαιτητικές και φορτισμένες συνθέσεις, γεμάτες αντιθέσεις και προκλήσεις. Ο Σούμπερτ απέπνεε μελαγχολία και έντονα δραματικά στοιχεία. Ο «Μολδάβας» του Σμέτανα, δείγμα «τοπογραφικής» μουσικής, έρεε σαν το ομώνυμο ποτάμι και πλημμύρισε το κοίλο του Ωδείου με κελαρυστές νότες. Η «Ισπανική ραψωδία» του Ραβέλ χαρακτηρίζεται από την αμιγή επινοητικότητα, τη ζεστασιά, τους λεπτούς χρωματισμούς και την εμμονή του συνθέτη στην καθαρότητα της γραμμής. Και η εξωστρεφής και αγωνιώδης 1η Σουίτα του Ραχμάνινοφ, με την απίθανη δαχτυλοθεσία, επιφύλασσε μια κορύφωση τελετουργική, που απελευθέρωνε όλη τη ζωντάνια του πληκτροφόρου και τη σχεδόν ταχυδακτυλουργική επιδεξιότητα των εκτελεστών.
Το μουσικό συναίσθημα δεν μπορεί παρά να εκπορεύεται από την άψογη απόδοση των ηχοχρωμάτων της σύνθεσης, από μια «επαγγελματική απόδοση» που αποτελεί για τον μουσικό μέρος και μιας αέναης διαδικασίας τελειοποίησης και παράλληλα για τον ακροατή μια εφήμερη μεν, αλλά άτρωτη στο χρόνο ζωντανή εμπειρία.