Να μην είμεθα και πλεονέχτες. Η πολιτιστική ατζέντα της Λευκωσίας είναι παραδοσιακά πιο γεμάτη από της Λεμεσού. Περισσότερο θέατρο, μουσική, εικαστικές εκθέσεις. Στον χορό «χάνουμε» κατά κράτος. Και καλά θα κάνουμε να το χωνέψουμε. Αν κάποιος «καίγεται» να δει μια συγκεκριμένη παράσταση, μπορεί να πάρει το αυτοκινητάκι του (παλιότερα οι διοργανωτές έβαζαν και λεωφορείο) και να πεταχτεί μέχρι τη Λεμεσό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εύπεπτη η ιδέα του πλήρους αποκλεισμού της πρωτεύουσας. Α, με συγχωρείτε, όχι «πλήρους». Έχουμε πάντα την ευκαιρία να πάρουμε, τον Ιούνιο, μια γεύση από τα τεκταινόμενα στην Πλατφόρμα Σύγχρονου Χορού, που έγινε τον Μάρτιο. Στο πλαίσιο του ενός Φεστιβάλ, όπου οι παραστάσεις παρουσιάζονται τιμητικά ως κυπριακή συμμετοχή.
Θα ήταν όλα καλά μέχρι εδώ, αν δεν αποτελούσαν, για φέτος τουλάχιστον, τη ΜΟΝΑΔΙΚΗ παράσταση στη Λευκωσία στο πλαίσιο του πάλαι ποτέ Ευρωπαϊκού Φεστιβάλ Χορού –από την εποχή που ηχούσε πιο καμπανιστά στα ευήκοα αρχοντοχωριάτικα ώτα μας το επίθετο «ευρωπαϊκός». Αλλά να μην το πλασάρουμε και ως παγκύπριας εμβέλειας, επειδή φέτος λόγω της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας θα έχουν την ευκαιρία να δουν λίγο «φως» και στην Πάφο.
Όλος αυτός ο κουραστικός πρόλογος προσανατολίζεται σε μια εικασία και για τη χτυπητά χαμηλή προσέλευση στο Θέατρο Παλλάς στη μοναδική και μάλιστα κυπριακού ενδιαφέροντος παράσταση του Διεθνούς Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού. Δεν είναι μόνο που έσφιξαν οι ζέστες. Το κοινό της Λευκωσίας δείχνει να έχει γυρίσει την πλάτη στον σύγχρονο χορό, ενδεχομένως επειδή εισπράττει το γεγονός ότι ο σύγχρονος χορός του έχει γυρίσει την πλάτη. Σίγουρα, η δυνατότητα να δεις δύο κυπριακές προτάσεις που δεν έτυχε να δεις πριν δυο μήνες στη Λεμεσό είναι καλύτερη από το τίποτα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι πρόκειται για προτάσεις με συγκεκριμένους κανόνες και ύφος και περιορισμούς στη διάρκεια. Δεν μπορούν να λογίζονται ολοκληρωμένες, όπως οι υπόλοιπες παραγωγές του Φεστιβάλ.
Εν πάσει περιπτώσει, η μία εξ αυτών, με τίτλο «10’», της Ελεάνας Αλεξάνδρου, σαρκάζει αυτοσαρκαζόμενη το γεγονός ακριβώς ότι ως πρωτοεμφανιζόμενη η χορογράφος είχε στη διάθεσή της μόνο δέκα λεπτά. Μετά από 13 χρόνια στο χώρο κι έξι ως χορογράφος, βρήκε «απρόσμενα» βήμα στην Πλατφόρμα και το αξιοποίησε για να θέσει εν τάχει ερωτήματα για την τέχνη του χορού, την ίδια τη διοργάνωση, αλλά και την εμπλοκή του κοινού στη διεργασία.
Βρήκε επίσης την ευκαιρία να ξεδιπλώσει το ταλέντο της στην όρθια κωμωδία και να… θέσει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του συνεργάτη της Φώτη Νικολάου, αφού το κοινό στο Παλλάς οριακά επαρκούσε για το crowd surfing που προέβλεπε το ημιαυτοσχεδιαστικό νούμερο για τη μεταφορά του στη σκηνή. Η επιλογή της εναλλακτικής αυτής πρότασης για το Διεθνές Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού, αν μη τι άλλο, αποκαλύπτει μια αυτοσαρκαστική διάθεση και από πλευράς των διοργανωτών.
Για την Αλεξάνδρα Βάγιερσταλ και την αδιάκοπη έρευνά της στην τέχνη της Τερψιχόρης, η «ΑΝΝΝΑ» σηματοδοτεί μια εντυπωσιακή στροφή προς τα βασικά. Η εξέλιξη της συνεργασίας της με τον μουσικό Hauschka και η ευτυχής συνάντηση με τη χορεύτρια Άννα Πέρσον, δείχνει ότι η χορογράφος έχει ανανεώσει τη λαχτάρα της για εξερευνητικά ταξίδια προς τα ενδότερα. Κάθε κίνηση, κάθε σύσπαση, μοιάζει μέρος μιας ανασκαφικής τελετουργίας.
Η πρόταση μοιάζει με μια συναισθηματική και υπαρξιακή διασκόπηση, μια χαρτογράφηση του εαυτού. Η «ευγλωττία της σάρκας» συναντά την πλαστικότητα της κίνησης και η μυϊκή ένταση τον εκφραστικό λυρισμό. Η Πέρσον «καλύπτει» τη γύμνια της στη σκιά του ουτοπιστικού τοπίου που περίτεχνα αποκαλύπτει.