Η οργή με την οποία αντέδρασε το Ιράν στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιβάλει νέες κυρώσεις —και κυρίως στη συμπερίληψη των Φρουρών της Επανάστασης στη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων— ήταν απολύτως αναμενόμενη. Αν μάλιστα το καθεστώς της Τεχεράνης δεν βρισκόταν σήμερα στη δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει, η αντίδραση δεν θα περιοριζόταν σε δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί και του υφυπουργού του, Αλιρέζα Γιουσεφί, ο οποίος —όχι τυχαία— περιλαμβάνεται στα δεκαπέντε φυσικά πρόσωπα που προστέθηκαν στη λίστα των κυρώσεων.
Ο Αραγκτσί, πάντως, είχε ένα δίκιο. Όχι, φυσικά, στις ανοησίες περί «επιλεκτικής ευαισθησίας» της Ε.Ε. ή στα περί δήθεν «γενοκτονίας» των Παλαιστινίων.
Είχε δίκιο όταν μίλησε για τις επιπτώσεις που θα είχε για την Ευρώπη ένας γενικευμένος πόλεμος στις τιμές του πετρελαίου. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πραγματικός φόβος — όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά και άλλων. Με μία κρίσιμη διαφορά: μόνο η Ευρώπη βιώνει σήμερα μια τόσο βαθιά κρίση ταυτότητας, με τα άκρα, τόσο τα ακροδεξιά όσο και τα ακροαριστερά, να κεφαλαιοποιούν συστηματικά το χάος και την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η προοπτική εκτόξευσης των τιμών των καυσίμων δεν είναι απλώς ένα οικονομικό πρόβλημα. Είναι ένας πολλαπλασιαστής κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας. Αλυσιδωτές ανατιμήσεις, τρόφιμα, μεταφορές, πληθωρισμός, δημοσιονομικά ελλείμματα. Και όλα αυτά σε μια ήπειρο με ήδη υψηλή φορολογία στα καύσιμα και με κοινωνίες εξαντλημένες. Σε αυτό το περιβάλλον, τίποτα δεν είναι αυτόματα διαχειρίσιμο.
Γιατί ειδικά η Ευρώπη; Διότι, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, δεν διαθέτει κανενός είδους σοβαρή εφεδρεία εγχώριας παραγωγής. Εισάγει το 95% του πετρελαίου που καταναλώνει. Και αυτό, από μόνο του, αρκεί για να καταλάβει κανείς πόσο ευάλωτη είναι σε μια μεγάλη αναταραχή στη Μέση Ανατολή.
Οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών του καθεστώτος των μουλάδων λένε πολλά· αυτά που άφησε εκτός, όμως, λένε πολύ περισσότερα.
Το πρώτο αφορά το κατά πόσο το Ιράν είναι σήμερα σε θέση να προκαλέσει νέα μέτωπα, ελπίζοντας σε έναν ευρύτερο πόλεμο. Σε αυτό το σημείο, love him or hate him, ο Βενιαμίν Νετανιάχου λειτουργεί ως ο «αθέατος ήρωας» της συγκυρίας — χωρίς να παίρνουμε τη λέξη κυριολεκτικά. Αν δεν είχε επιμείνει μέχρι τη συντριβή της Χεζμπολάχ, που οδήγησε και στην κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, και αν δεν είχε εξουδετερώσει την ηγεσία της Χαμάς εντός και εκτός Γάζας, μαζί με δεκάδες χιλιάδες τρομοκράτες και τις υποδομές τους, σήμερα θα μιλούσαμε για μια εντελώς διαφορετική Μέση Ανατολή.
Και, κυρίως, για ένα Ιράν με πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα διάχυσης της σύγκρουσης.
Το δεύτερο που «αποσιωπάται» είναι ότι για να επεκταθεί ο πόλεμος, το ίδιο το ιρανικό καθεστώς πρέπει να αντέξει. Κάτι που κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι. Όσο περνούν οι μέρες, το πλήγμα μοιάζει πλησιάζει. Κανείς δεν ξέρει πώς θα εκδηλωθεί. Αναλυτές πιστεύουν ότι το πιο πιθανό είναι ένας περιορισμένος Blitzkrieg, ένας αστραπιαίος πόλεμος. Στόχος θα είναι πρωτίστως τα πυρηνικά, οι στρατιωτικές βάσεις στις οποίες βρίσκονται οι βαλλιστικοί πύραυλοι και τα εργοστάσια κατασκευής τους. Η Τεχεράνη δεν θα συνθηκολογήσει καθώς υπάρχει καμία ένδειξη ότι θέλει – ή και μπορεί πλέον – να αποδεχθεί την εγκατάλειψη του πυρηνικού της προγράμματος και την κατασκευή βαλλιστικών πυραύλων Από τη μορφή του χτυπήματος των ΗΠΑ κριθεί και η συνέχεια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναγνώριση των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) ως τρομοκρατικής οργάνωσης δεν είναι ούτε τυπική ούτε συμβολική. Ναι, οι κυρώσεις υπήρχαν εδώ και χρόνια. Όμως ο όρος «τρομοκρατία» αλλάζει τα πάντα.
Άλλο είναι να είσαι υπό κυρώσεις και άλλο να χαρακτηρίζεσαι τρομοκρατική οργάνωση.
Οι IRGC είχαν αφεθεί να διεισδύσουν στην Ευρώπη μέσω ενός τεράστιου δικτύου εταιρειών, ακινήτων, τραπεζικών λογαριασμών, επενδύσεων — ακόμη και κρυπτονομισμάτων. Πλέον, ό,τι εντοπίζεται δεσμεύεται επ’ αόριστον. Οι σύνδεσμοί τους δεν ταξιδεύουν. Ακόμη και η ατομική υποστήριξη οδηγεί σε συλλήψεις για τρομοκρατικά αδικήματα. Όποιος συνδέεται μαζί τους βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Και όποιος αμφιβάλλει αν έχει εκτεθεί, έστω και έμμεσα, μπαίνει αναγκαστικά σε καθεστώς de-risking: κόβει κάθε επαφή για να προστατευθεί.
Αυτό είναι το πραγματικό βάρος της απόφασης. Και αυτός είναι ο λόγος που η Τεχεράνη εξοργίστηκε — όχι για λόγους ηθικής, αλλά επειδή αυτή τη φορά το παιχνίδι αλλάζει πραγματικά.