Από τον εφιάλτη του Ρασκόλνικοφ στην «κατοπτρική ζωή», ο σύγχρονος κόσμος μοιάζει ολοένα και λιγότερο με κάτι που ελέγχουμε.
Από τον Ιανουάριο του 1866 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, σε 12 συνέχειες, το μυθιστόρημα «Έγκλημα και τιμωρία». Στον επίλογο, που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι περιέγραφε έναν από τους πιο ανησυχητικούς εφιάλτες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που 160 χρόνια αργότερα μοιάζει όλο και λιγότερο με αλληγορία.
Άρρωστος στη Σιβηρία, μετά την τιμωρία για το έγκλημά του, ο Ρασκόλνικοφ ονειρεύεται μια ασυνήθιστη μάστιγα που ξεκινά από τα βάθη της Ασίας και εξαπλώνεται στον κόσμο. Τα μικρόβια είναι προικισμένα με νου και θέληση κι όποιος μολύνεται δεν πεθαίνει αμέσως αλλά τρελαίνεται και πιστεύει πλέον πως μόνο ο ίδιος κατέχει την αλήθεια. Έτσι, όλοι νομίζουν ότι έχουν δίκιο, κανείς δεν μπορεί να συνεννοηθεί με κανέναν και οι κοινωνίες διαλύονται μέσα σ’ ένα παραλήρημα βεβαιότητας.
Οι πλείστοι μελετητές εκλαμβάνουν αυτή την «πανώλη» ως μια προφητική παραπομπή στον μηδενισμό, την ιδεολογική αλαζονεία, την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του πάνω από κάθε ηθικό όριο. Αρκετοί είδαν σύνδεση με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τους παγκόσμιους πολέμους, την προπαγάνδα του 20ού αιώνα και πιο πρόσφατα τη μαζική δικτυωμένη παραπληροφόρηση, τα κοινωνικά δίκτυα, τις αλγοριθμικές φούσκες της εποχής μας.
Ο συγγραφέας λογικά επιχειρούσε να φέρει τον ήρωά του σε θέση να δει σε κοσμική κλίμακα τη δική του «ασθένεια», την πεποίθησή του περί «εξαιρετικών ανθρώπων» που έχουν δικαίωμα να υπερβούν τον νόμο και τη συνείδηση, πεποίθηση η οποία εξαπλώνεται σαν πανδημία κι αντί για πρόοδο επιφέρει την καθολική παράνοια.
Αν αυτός ο εφιάλτης μοιάζει τρομακτικά οικείος είναι επειδή αυτό που βιώνουμε ομοιάζει με μια πανδημία βεβαιότητας σε έναν πολωμένο πλανήτη όπου όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Η πληροφορία πολλαπλασιάζεται γεωμετρικά, η κοινή πραγματικότητα καταρρέει και η ίδια η εντύπωση του κόσμου γίνεται ασύμβατη από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ακόμη πιο τρομακτική είναι η εμπέδωση της αίσθησης ότι η ανθρωπότητα ίσως δεν ελέγχει πλέον πλήρως τα συστήματα που η ίδια δημιούργησε.
Τα τελευταία χρόνια εντείνεται η ανησυχία για την τεχνητή νοημοσύνη, τις μηχανές που ίσως αποκτήσουν αυτονομία, τους αλγόριθμους που θα υπερβούν την ανθρώπινη κρίση, τις υπολογιστικές δομές που κάποτε θα πάψουν να υπακούν. Εντούτοις, ολοένα και επανεμφανίζεται κάτι πιο «υπόγειο»: η πιθανότητα η ίδια η βιολογία να μετατραπεί σε τεχνολογία και να δημιουργήσουμε μορφές ζωής που δεν θα ανήκουν πλέον στη βιολογική τάξη του πλανήτη, αλλά πιο πολύ θα μοιάζουν με εξωγήινους εισβολείς.
Η συνθετική βιολογία δεν ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Εργαστήρια κατασκευάζουν τεχνητά γονιδιώματα, επανασχεδιάζουν βακτήρια, δημιουργούν μορφές ζωής που μπορούν να προγραμματίζονται όπως ένα λογισμικό. Η βιοχημεία του πλανήτη λειτουργεί πάνω σε μια συγκεκριμένη χειρομορφία: συγκεκριμένα αμινοξέα, συγκεκριμένα σάκχαρα, συγκεκριμένες μοριακές «δεξιόστροφες» ή «αριστερόστροφες» κατευθύνσεις.
Εσχάτως προέκυψε η έννοια της «κατοπτρικής ζωής» (mirror life) που περιγράφει μορφές ζωής οι οποίες βασίζονται σε αντίστροφη μοριακή αρχιτεκτονική από εκείνη που διαθέτει κάθε γνωστός οργανισμός στη Γη, μέσω της κατασκευής λειτουργικών κατοπτρικών μορίων και μικροβίων.
Τον Δεκέμβριο του 2024 ο πρωτοπόρος βιολόγος στη δημιουργία συνθετικών κυττάρων Τζον Γκλας και δεκάδες ακόμη κορυφαίοι επιστήμονες, μεταξύ των οποίων νομπελίστες και μέλη εθνικών ακαδημιών, ζήτησαν να παύσει άμεσα η έρευνα για την κατοπτρική ζωή, προειδοποιώντας ότι η τέλεια βιοασφάλεια είναι μύθος. Ένα συνθετικό βακτήριο θα ήταν ουσιαστικά αόρατο για το ανοσοποιητικό σύστημα ανθρώπων, ζώων και φυτών, ενώ φυσικοί θηρευτές, ιοί και οικοσυστήματα που σήμερα συγκρατούν τη φύση σε ισορροπία ενδεχομένως δεν θα μπορούσαν καν να το «αναγνωρίσουν» ώστε να το αναχαιτίσουν.
Εν μέρει ο κίνδυνος μοιάζει με παλιότερη θεωρία που γεννήθηκε στα τέλη του 20ού αιώνα μέσα από τις συζητήσεις για τη νανοτεχνολογία. Ο λόγος για τη δυσοίωνη ιδέα της «γκρίζας γλίτσας» (grey goo), η οποία έθετε το ερώτημα τι θα συμβεί αν χαθεί ο έλεγχος σε νανομηχανές ικανές να αυτοαναπαράγονται καταναλώνοντας υλικά του περιβάλλοντος. Έτσι προέκυψε κι ο όρος «οικοφαγία».
Ακόμη κι αν όλα αυτά δεν συμβούν, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τον συγκριτικό συνειρμό με το σύστημα μέσα στο οποίο ήδη ζούμε και συμπεριφέρεται σαν οργανισμός. Σε άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό Noema, ο ιρανικής καταγωγής Βρετανός δοκιμιογράφος Τζο Ζαντέ επισημαίνει ότι ο σύγχρονος τεχνολογικός καπιταλισμός έπαψε προ πολλού να λειτουργεί ως εργαλείο που υπηρετεί ανθρώπινους στόχους και αποτελεί πια ένα αυτοσυντηρούμενο σύστημα που απαιτεί αδιάκοπη επέκταση για να επιβιώσει.
Δεν ελέγχεται από κεντρικό εγκέφαλο, κανείς δεν το έχει σχεδιάσει, εντούτοις μοιάζει να λειτουργεί με σχεδόν βιολογική συνοχή. Οι εταιρείες οφείλουν να αναπτύσσονται αέναα, οι αλγόριθμοι να αυξάνουν το engagement, τα κράτη να επιταχύνουν την καινοτομία, τα κέντρα δεδομένων -τα οποία απαιτούν εξορύξεις, ψύξη και υποδομές- να καταναλώνουν όλο και περισσότερη ενέργεια ώστε να τροφοδοτούν όλο και πιο μεγάλα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης που παράγουν όλο και περισσότερα δεδομένα και ο φαύλος κύκλος καλά κρατεί.
Η περίφημη «τεχνόσφαιρα» που περιέγραφε ο γεωλόγος Πίτερ Χαφ λειτουργεί με βάση τις δικές της αναγκαιότητες. Οι άνθρωποι λειτουργούν όλο και περισσότερο ως εξαρτήματά της. Αναδιαμορφώνουμε τις κοινωνίες ώστε να προσαρμόζονται στις ανάγκες των μηχανών. Έτσι, δεν μιλάμε πλέον για οικονομία, αλλά για μεταβολισμό. Είναι ένα σύστημα που συνεχίζει να επεκτείνεται σαν να διαθέτει δική του βούληση (ή ένστικτο;) επιβίωσης, όπως κάθε άλλος οργανισμός.
Τεχνητή νοημοσύνη, συνθετικά βακτήρια, αλγόριθμοι, αγορές και δίκτυα είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου πολιτισμικού γεγονότος: της μετάβασης από έναν κόσμο εργαλείων σ’ έναν κόσμο αυτόνομων συστημάτων. Εδώ η διαίσθηση του Ντοστογέφσκι επιστρέφει ως ιστορική ειρωνεία. Η μεγάλη απειλή για τον άνθρωπο είναι να χάσει τη δυνατότητα της κοινής λογικής και της αυτοσυγκράτησης. Οι κοινωνίες ενδέχεται να οδηγηθούν στην καταστροφή από την αδυναμία τους να αναγνωρίσουν έγκαιρα τους ανέμους που οι ίδιες έχουν απελευθερώσει από τον ασκό.
Υπό την έννοια αυτή, η Αποκάλυψη μοιάζει με κάτι που ήδη συμβαίνει: ένας κόσμος που ολοένα και επιταχύνεται μόνο και μόνο επειδή δεν ξέρει πια πώς να επιβραδύνει, ή να αυτοπεριοριστεί.
Ελεύθερα, 24.5.2026