Λένε πως μας ενοχλεί η πρόοδος. Πως θέλουμε τα κτίρια γκρεμισμένα, τα χωριά ερειπωμένα, την ύπαιθρο εγκαταλελειμμένη και τις πόλεις κολλημένες στο παρελθόν. Πως έχουμε δυσανεξία στην ευημερία, στην αναζωογόνηση της επαρχίας, στην εξέλιξη του αστικού κέντρου, στο μέλλον εν γένει.

Κι όμως, κάθε φορά που διασχίζω τον αυτοκινητόδρομο προς τη Λεμεσό και αντικρίζω τον ορίζοντα όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, αναρωτιέμαι: γιατί βρίσκω αυτή την εικόνα αποκρουστική, ενώ θα διέσχιζα τον Ατλαντικό για να θαυμάσω την υπερθετική εκδοχή της;

Τώρα που ο θόρυβος γύρω από την περιβόητη ανάπτυξη στην Τρόζενα μοιάζει να έχει κοπάσει, αξίζει να δούμε το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις. Αλλά και να εξετάσουμε τι κρύβεται πίσω από τις αντιδράσεις που ξεσπούν κάθε φορά που η λέξη «ανάπτυξη» εμφανίζεται σε έναν τίτλο, μια ανακοίνωση ή ένα φιλόδοξο σχέδιο αξιοποίησης γης. Τον κοινό παρονομαστή που συνδέει την Τρόζενα με την παραλιακή Λεμεσό, τον Ακάμα με το Ακρωτήρι, την Πέγεια και τα Τσιφλικούδια με τη Μηλιού. Τη μεγάλη εικόνα.

Και η μεγάλη εικόνα είναι ότι δεν ζούμε ούτε στο εμιράτο του Ντουμπάι ή του Κατάρ, ούτε στη Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα. Ζούμε στην Κύπρο του 2026. Σε μια χώρα όπου έργα κοινής ωφέλειας σκοντάφτουν για δεκαετίες σε γραφειοκρατικά, πολιτικά ή οικονομικά εμπόδια. Που μια πλατεία, ένας δημόσιος χώρος ή ένα πάρκο χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν. Που κτίρια γκρεμίζονται και άνθρωποι σκοτώνονται. Που ο κατασκηνωτικός χώρος της Πόλης Χρυσοχούς βρίσκεται εδώ και χρόνια εκτός λειτουργίας. Που επαύλεις ανυψώνονται στις θαλασσινές σπηλιές. Που οι εκτενείς αναπτύξεις στο Ακρωτήρι, αλλοιώνουν το οικοσύστημα του υδροβιότοπού. Που εξακολουθούμε να παλεύουμε για τον Ακάμα, που βγαίνουμε στους δρόμους για να προστατεύσουμε το Πάρκο Αθαλάσσας. Που τερατώδεις κατασκευές εξακολουθούν να ξεφυτρώνουν και πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, με ταχύτητα εντυπωσιακή, μεταβάλλοντας το τοπίο, τον ορίζοντα των πόλεων, το περιβάλλον.

Όλες τους αναπτύξεις που, στην πραγματικότητα, αφορούν μια μικρή και προνομιούχα μερίδα του πληθυσμού, ή ούτε καν πολιτών αυτής της χώρας. Όταν ακούμε για συνταξιούχους που θα απολαμβάνουν βόλτες με γαϊδουράκια στην Τρόζενα, ποιος σκέφτεται τους δικούς του γονείς ή παππούδες; Όταν αντικρίζουμε τους πύργους της Λεμεσού να δεσπόζουν στον ορίζοντα, πόσοι από εμάς μπορούμε έστω να διανοηθούμε πως θα αγοράζαμε ένα διαμέρισμα με προνομιακή θέα (ή και χωρίς) σε έναν από αυτούς;

Ή ας σκεφτούμε τη Μηλιού, όπου τα ιαματικά νερά της περιοχής, ένα φυσικό αγαθό που επί αιώνες αποτελούσε μέρος της τοπικής κληρονομιάς, συνδέονται σήμερα με το πολυτελές θέρετρο που λειτουργεί στο αναστηλωμένο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, το οποίο χτίστηκε το 1649. Έναν χώρο όπου η μια διανυκτέρευση κοστίζει όσο το ένα τρίτο ενός μέσου μηνιαίου μισθού.

Από τη στιγμή που αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουμε, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν η δυσπιστία απέναντι στα μεγαλόπνοα σχέδια του κάθε ιδιώτη, είτε είναι από το Ισραήλ είτε από την Ολλανδία. Γιατί παράλληλα με τη δική μας ζωή, εκτυλίσσεται μια άλλη πραγματικότητα που μπορούμε να κοιτάμε μόνο από μακριά. Που αντιμετωπίζει τους πολίτες ως θεατές, το περιβάλλον ως εμπόδιο και την πολιτιστική κληρονομιά ή τους φυσικούς πόρους ως εμπορεύσιμα αγαθά.

Ελεύθερα, 07.06.2026