Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια έντονη συζήτηση γύρω από το ζήτημα της αποποίησης των συντάξεων από κρατικούς αξιωματούχους. Η συζήτηση, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει να αφορά την ηθική, τη διαφάνεια και την κοινωνική ευαισθησία, στην πραγματικότητα αποκαλύπτει βαθύτερες αντιφάσεις στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια της προσφοράς, της ευθύνης και, τελικά, της πολιτικής αξιοπιστίας.
Αρχικά, είναι κρίσιμη η διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πρακτικές που συχνά συγχέονται σκόπιμα ή ακούσια. Την αποποίηση της σύνταξης και τη δωρεά της σύνταξης συνήθως για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Η αποποίηση, ως νομική πράξη, συνιστά μια αμετάκλητη απόφαση. Ο δικαιούχος παραιτείται οριστικά από ένα δικαίωμα του, χωρίς δυνατότητα αναστροφής. Πρόκειται για μια πράξη με σαφές θεσμικό και ηθικό αποτύπωμα, που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Αντιθέτως, η επιλογή της προσφοράς της σύνταξης συνήθως για φιλανθρωπικούς σκοπούς δεν καταργεί το δικαίωμα, αλλά, το μεταθέτει προσωρινά. Η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται στον νόμιμο δικαιούχο, ο οποίος επιλέγει -για όσο διάστημα το επιθυμεί- να τη διοχετεύει αλλού. Η απόφαση αυτή είναι, εξ ορισμού, αναστρέψιμη. Μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε και στην προκειμένη περίπτωση -να είστε βέβαιοι- χωρίς πομπώδεις ανακοινώσεις, στα μουλωχτά.
Αυτή η διάκριση δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά ουσιαστική. Στη μία περίπτωση μιλάμε για απώλεια δικαιώματος, στην άλλη για διαχείριση δικαιώματος. Όταν οι δύο πρακτικές παρουσιάζονται ως ηθικά ισοδύναμες, δημιουργείται μια στρέβλωση που θολώνει τα όρια ανάμεσα στη θεσμική ευθύνη και την προσωπική φιλανθρωπία. Η κοινωνία δικαίως οφείλει να γνωρίζει αν ένας αξιωματούχος παραιτείται πραγματικά από ένα προνόμιο ή απλώς επιλέγει, υπό όρους, να το αξιοποιήσει επικοινωνιακά.
Πέραν όμως της νομικής διάστασης, ανακύπτει ένα εξίσου σοβαρό ζήτημα, το στοιχείο του παραπλανητικού αλτρουισμού. Όταν δημόσια πρόσωπα, ιδίως εκείνα που βρίσκονται σε τροχιά πολιτικής ανέλιξης, προβαίνουν σε τέτοιες ανακοινώσεις με ιδιαίτερη προβολή, η πράξη τους παύει να είναι αμιγώς ηθική και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο. Η δημοσιοποίηση μιας «γενναιόδωρης» απόφασης, δημιουργεί εύλογες υποψίες λαϊκισμού.
Η ανιδιοτέλεια, για να είναι πειστική, δεν χρειάζεται μικρόφωνα. Αντιθέτως, όταν συνοδεύεται από δελτία Τύπου και δημόσιες δηλώσεις, χάνει μέρος της ηθικής της αξίας. Η φιλανθρωπία ως προσωπική επιλογή είναι απολύτως σεβαστή και ιδιαιτέρως τιμητική πράξη. Όταν όμως παρουσιάζεται ως πολιτικό επίτευγμα, τότε εργαλειοποιείται. Και η εργαλειοποίηση της ηθικής είναι ίσως πιο επικίνδυνη από την απουσία της.
Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι, ανεξαρτήτως κινήτρων, το αποτέλεσμα παραμένει θετικό. Χρήματα κατευθύνονται σε κοινωνικούς σκοπούς. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση είναι εκτός του πλαισίου της ανιδιοτέλειας. Άλλωστε, το δικαίωμα στην σύνταξη είναι προσωποπαγές, θεσμικό και κατοχυρωμένο. Η παραχώρηση της από αξιωματούχους αν πραγματικά έχει ευγενή κίνητρα γίνεται σιωπηρά. Όπως λέει και η φράση, «κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό». Άρα, όσοι προβαίνουν σε μια τέτοια ενέργεια θα φρόντιζαν η διάρκεια της να είναι εφ’ όρου ζωής και χωρίς λόγια. Το έκαναν;
Η πιο ουσιαστική στάση, λοιπόν, θα ήταν η σιωπηλή αποποίηση. Ακόμα και η προσωρινή εισφορά, αποτελεί αλτρουιστική πράξη, χωρίς όμως τις πομπώδεις ανακοινώσεις. Μια πράξη που δεν ζητά ανταπόδοση σε πολιτικό κεφάλαιο, αλλά λειτουργεί ως προσωπική συνέπεια αξιών. Σε μια εποχή γενικευμένης καχυποψίας, η πραγματική αξιοπιστία δεν χτίζεται με συμβολικές χειρονομίες, αλλά με καθαρές, αδιαμφισβήτητες επιλογές. Και αυτές, συνήθως, αποτυπώνουν το στίγμα τους χωρίς τυμπανοκρουσίες.
Συντάξεις αξιωματούχων: Άλλο αποποίηση και άλλο εισφορά
ΣΧΟΛΙΑ
Προβολή σχολίων