Επανερχόμενη με δεύτερο ρεπορτάζ στο θέμα του κοινού πλαισίου που ετοίμασαν η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας και η Υπηρεσία Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής του υπουργείου Παιδείας για την πρόληψη και αντιμετώπιση των σοβαρών περιστατικών βίας και παραβατικής συμπεριφοράς στον χώρο του σχολείου, η συνάδελφος Ευαγγελία Σιζοπούλου αναφέρει ότι στο σχετικό έγγραφο πολιτικής που απέστειλε το Υπουργείο στα σχολεία, δίνονται οδηγίες για εξατομικευμένη στήριξη όλων των εμπλεκομένων σε αυτά – τόσο των θυμάτων, όσο και των δραστών και των αυτοπτών μαρτύρων.
Αναφέρεται για τους δράστες ότι «πέραν από τις όποιες συνέπειες έχουν λόγω των πράξεων τους, να στηρίζονται αποτελεσματικά ώστε να βοηθούνται και να μην επαναλαμβάνουν τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές. Εάν αυτό επιτευχθεί, τότε το όφελος δεν θα είναι μόνο για τα παιδιά αυτά και το σχολείο, αλλά και για την κοινωνία γενικότερα».
Ελπίζω ότι αυτή η νέα πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας θα υλοποιηθεί με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και θα… αντέξει στον χρόνο, αφού και στο παρελθόν εφαρμόστηκαν προγράμματα πρόληψης και αντιμετώπισης της παραβατικότητας που έφεραν θετικά αποτελέσματα, αλλά που στη συνέχεια υποβαθμίστηκαν και εγκαταλείφθηκαν.
Όπως επεσήμανε καθηγήτρια φιλολογικών μαθημάτων σε Γυμνάσιο της Λεμεσού που δίδαξε σε πρόγραμμα αλφαβητισμού, «πρέπει να καταλάβουμε ότι η εκπαίδευση δεν είναι μόνο για τους “δυνατούς” μαθητές. Ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν είναι να βοηθά τους δυνατούς να γίνονται δυνατότεροι και ν’ απορρίπτει τους αδύνατους. Γιατί απορρίπτοντας αυτά τα παιδιά, τα ξεκόβουμε από το ενιαίο σύνολο, τα καταδικάζουμε στο περιθώριο, τα ωθούμε στην παραβατικότητα. Ήδη, αυτά τα παιδιά μας έρχονται στο Γυμνάσιο “εξαγριωμένα”, ή ανησυχητικά συνεσταλμένα, που είναι αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης από μέρους τους, της απόρριψής τους από το ενιαίο σύνολο και της περιθωριοποίησής τους. Πιστεύω απόλυτα πως δίκαιο είναι να αξιολογούμε αυτά τα παιδιά ανάλογα με την πρόοδο που κάνουν μέσα στο πλαίσιο των δικών τους δυνατοτήτων, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις ευσυνείδητες και κοπιαστικές προσπάθειες που καταβάλλουν, για να μειώσουμε το χάσμα που τα χωρίζει από τα άλλα. Τα παιδιά αυτά μπορούν να βοηθηθούν, αξίζει να βοηθηθούν και οφείλουμε να τα βοηθήσουμε ως εκπαιδευτικοί».
Μια άλλη φιλόλογος σε Γυμνάσιο αναφερόμενη στα παιδιά που περιλήφθηκαν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, σημείωσε ότι «ενώ στο πρώτο στάδιο δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ομάδα και κυριαρχούσε το “εγώ” τους, αργότερα με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να κυριαρχούν η αυτοσυγκέντρωση, η συνεργασία, η υπακοή, η ελεύθερη σκέψη, ο ελεύθερος διάλογος, η αλληλοβοήθεια. Η αντικοινωνική συμπεριφορά τους άρχισε να υποχωρεί και να νιώθουν ότι ανήκουν τώρα πια στο κοινωνικό σύνολο»…