Στις 13 Ιουνίου 2012 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Lifo» και στο www.lifo.gr, ένα άρθρο του καθηγητή, συγγραφέα και επί σειρά ετών διευθυντή της ελληνικής έκδοσης του National Geographic, Νίκου Σ. Μάργαρη, ο οποίος, δυστυχώς, λίγο μετά, στις 26 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, εγκατέλειπε τον μάταιο τούτο κόσμο.

Η ματαιότητα του οποίου, αναδεικνύεται και μέσω αυτού του μικρού άρθρου, με τις μεγάλες αλήθειες του.

Τυχαία έπεσα επάνω σ’ αυτό πριν λίγες μέρες, γυρεύοντας μερικά στοιχεία για τον Γιάννη Σπράο (φωτογραφία). Έναν σπουδαίο επιστήμονα οικονομολόγο, που τον κάλεσε ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος, Κώστας Σημίτης, για να φτιάξει ένα σύγχρονο, δίκαιο και εφαρμόσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα.

Διαβάζοντας, λοιπόν, εκείνο το άρθρο του καθηγητή Μάργαρη, αναρωτήθηκα αν έχει σημασία τελικά που κάποιοι αξιόλογοι άνθρωποι συνεχίζουν, χωρίς φόβο και πάθος, να γράφουν πράγματα που δεν τα θέλει όμως η εποχή μας;

Ποιος τα διαβάζει, εκτός από όλους εμάς (τους λίγους, φοβούμαι), που είμαστε της ίδιας σκέψης. Όχι αφ’ υψηλού. Αλλά επί της ουσίας. Δηλαδή: Να γίνονται πράγματα!

Αμέτρητα άρθρα γράφονται κάθε μέρα σε εφημερίδες, μπλογκς και σάιτς. Το οξύμωρο σε αυτόν τον τόπο είναι ότι τα περισσότερα άρθρα αφορούν τα ίδια θέματα, πολύ λίγα και πολύ περιορισμένα. Σ’ ένα μικρό χωριό υπάρχουμε και εμείς…

Στον υπόλοιπο κόσμο, στα άρθρα γνώμης προηγείται το γεγονός. Η πληροφορία. Εμείς, κυνηγάμε πρωτιές. Και προτού καλά-καλά σιτέψει η είδηση μες το μυαλό μας, την πετάμε στο πυρακτωμένο τηγάνι. Την καταβροχθίζουμε λαίμαργα και πέφτουμε για ύπνο!

Η δημοσιογραφία της πρωτογενούς είδησης σιγοσβήνει. Όσον αφορά δε την ουσία της, έχει ήδη πεθάνει. Την καταπίνουμε λαίμαργα, πολύ λαίμαργα.  Η ουσία της χάνεται. Τα συστατικά της δεν τα γευόμαστε. Και το κέρασμα, δηλαδή, να μοιραστείς και με άλλους ό,τι έφτιαξες με την ψυχή σου, ή ό,τι σκέφτηκες με το μυαλό σου, εξανεμίζονται εν ριπή οφθαλμού.

Οι Έκτακτες Ειδήσεις (Breaking News – Μα τον Θεό αυτό το  Breaking μου σπάει τα νεύρα), είναι φαγητό στο πόδι. Fast Food. Δυσκολοχώνευτες, γιατί ο πελάτης (θεατής, ακροατής, αναγνώστης) είναι πάντοτε πνιγμένος.

Μα πώς θα βγάλεις συμπέρασμα ρε άνθρωπε, χωρίς να έχεις όλα τα υλικά; Χωρίς να γνωρίζεις όλα τα δεδομένα; Χωρίς να έχεις κάνει μια στοιχειώδη έρευνα;

Ο καθηγητής Ιωάννης Σπράος, στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, που τον «έφερε» από την Αγγλία για να επεξεργαστεί το καινούργιο νομοσχέδιο για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και τις Συντάξεις. Ναρκοπέδιο!

Ήρθε ο άνθρωπος. Παρήγαγε έρευνα. Συνδύασε το ψάξιμο με τη γνώση. Επεξεργάστηκε τα στοιχεία με το νου και όχι με τη καρδιά (αυτό του προσάπτουν οι λαϊκιστές της Αριστεράς!…). Και έδωσε τροφή για διάλογο, που κανείς δεν ήθελε να κάνει. Και προβληματισμό που κανείς δεν διέθετε.

Τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δεν θα αλλάξει στην Ελλάδα, στο προσεχές μέλλον, λοιπόν. Ό,τι και να λένε οι αριθμοί, το θέμα είναι να απαλλαγούμε από τα νούμερα. Να εμπιστευτούμε  τα πραγματικά στοιχεία.

Θυμάμαι με πολλή νοσταλγία και εκτίμηση τον καθηγητή Ιωάννη Σπράο, 100 ετών σήμερα, επίτιμο καθηγητή στο University College of London, όπου κατείχε την Έδρα της Πολιτικής Οικονομίας (1965-1982).

Όπως έγραψε τον Ιανουάριο του 2024 στην «Καθημερινή» Αθηνών, ο Παύλος Παπαδόπουλος:

«Όταν ο Σημίτης έγινε πρωθυπουργός το 1996, κάλεσε τον Σπράο και συμφώνησαν να συστήσει μια επιτροπή που θα εκπονήσει μελέτες για τα διαρθρωτικά ζητήματα της ελληνικής οικονομίας. Η περίφημη μελέτη για το ασφαλιστικό κοινοποιήθηκε στον Σημίτη τον Σεπτέμβριο του 1997 και το Γραφείο Πρωθυπουργού την έδωσε στη δημοσιότητα για να διευκολύνει τον δημόσιο διάλογο. Προκλήθηκε σάλος, μάλλον επίτηδες, διότι ο σάλος, η δίκη προθέσεων και η κακοφωνία ήταν ό,τι έπρεπε για να μη γίνει διάλογος. Κανένας από τους λεγόμενους “κοινωνικούς εταίρους” δεν είχε συμφέρον να παραδεχθεί το τραγικό αδιέξοδο του ασφαλιστικού που αποκάλυπτε η έκθεση.

Η μόνιμη, συνδικαλιστική κλίκα. Το κακοήθες μελάνωμα της Ελλάδος.