Δευτέρα αύριο, 20 του Ιούλη, 52 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η εισβολή στην Κύπρο. Τι να γράψω κι εγώ μέσα σ’ όλα τα πολλά που γράφονται και λέγονται αυτές τις ημέρες. Εξάλλου εκεί έξω υπάρχουν ανάμεσά μας άνθρωποι που υπέφεραν, που βασανίστηκαν, που έχασαν συγγενείς και φίλους.

Εφτά χρονών ήμουν τότε, δεν ήξερα τίποτε για πολέμους, εισβολή, κατοχή. Ακόμα και την ημέρα της εισβολής δεν μπορούσαμε εμείς οι μικρότεροι να αντιληφθούμε τι πραγματικά συνέβαινε. Προσπαθούσαμε, ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και ανεμελιά, να αποκρυπτογραφήσουμε όσα συζητούσαν οι μεγαλύτεροι μεταξύ τους, να καταλάβουμε από πού προερχόταν όλη αυτή η αγωνία και ο φόβος που φαίνονταν στα πρόσωπά τους.

Η Μεσαορία, η Λύση έπεφταν κάπως μακριά από τις ακτές της Κερύνειας και τα πεδία των μαχών. Έτσι, στις 20 του Ιούλη δεν ήμασταν πρόσφυγες, δεν φύγαμε από τα σπίτια μας, ήμασταν ακόμα εκεί.

Ο εκδιωγμός ήρθε αργότερα, σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 14 Αυγούστου. Και ήταν εκδιωγμός. Δεν ήταν μετακίνηση πληθυσμού. Στη Μεσαορία οι κάτοικοι δεν συνήθιζαν να μετακινούνται προς άλλες περιοχές. Ήταν ριζωμένοι. Έφυγαν γιατί εξαναγκάστηκαν.

Και διασκορπίστηκαν παντού. Όπου μπορούσαν να βρουν κάπου να ξεκουραστούν, μέχρι την ημέρα που θα επέστρεφαν εκεί από όπου έφυγαν. Γιατί έτσι πίστευαν… ήλπιζαν.

Και οι ημέρες έγιναν μήνες και οι μήνες χρόνια. Και έκτισαν σπίτια και προχώρησαν τη ζωή τους.

Πάνε τώρα 52 χρόνια… τα εφτάχρονα πλησιάζουν τα 60, οι έφηβοι γέρασαν και οι γέροι έφυγαν χωρίς να καταφέρουν να επιστρέψουν ξανά.

Η ζωή, με τον δικό της τρόπο, προσπαθεί κάθε μέρα να βάλει όλα αυτά στο πλάι. Σπίτι, δουλειά, οικογένεια. Όλα αυτά που γεμίζουν την κάθε μας μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Και όμως βαθιά μέσα μας υπάρχει πάντα κάτι κρυμμένο που από το τίποτε ή με μια αφορμή θα μας πάρει πίσω να θυμηθούμε. Μπορεί ένα μικρό γεγονός ξαφνικά να μας πάρει πίσω πέντε δεκαετίες και τα βιώματα να ζωντανέψουν και πάλι μπροστά στα μάτια μας.

Ένα μήνυμα από την αγαπητή συνάδελφο, Αίμιλη Μιχαήλ από το ΡΙΚ ήρθε ξαφνικά να διαταράξει την ρουτίνα της καθημερινότητας. Ένα κειμενάκι όλο κι όλο δέκα γραμμές, γραμμένο σε γραφομηχανή… με το όνομά μου από κάτω.

Το διάβασα προσεκτικά. Το ξαναδιάβασα. Δύο, τρεις, τέσσερις φορές.

Μία εκθεσούλα της Γ’ Δημοτικού, λίγους μήνες μετά την εισβολή. Πρόσφυγας σ’ ένα αντίσκηνο, σε καταυλισμό. Μια μικρή έκθεση που γράφηκε σε ένα τετράδιο (που δεν υπάρχει πια), πάνω σε ένα κομμάτι σανίδι που είχα για γραφείο.

Κομμάτι ενός πλούσιου αρχειακού υλικού που μάζεψε η αγαπητή συνάδελφος στο πλαίσιο εκπομπής που ετοιμάζει για το ερχόμενο φθινόπωρο. Ένα χρονογράφημα αφιερωμένο στα παιδιά, τους μαθητές, που έζησαν την εισβολή (για το οποίο θα αναφερθούμε εκτενώς σε μεταγενέστερο στάδιο).

Το μικρό κειμενάκι άνοιξε τη μνήμη και άρχισαν από μέσα να βγαίνουν οι θύμησες και τα βιώματα. Το σχολείο και η ζωή πριν το καλοκαίρι του ’74 και η ζωή μετά στην προσφυγιά. Ένα προς ένα τα βιώματα να ξεπροβάλλουν. Χωρίς να πιεστεί η σκέψη.

Βλέπετε, για κάποιους το «Δεν Ξεχνώ» ήταν και παραμένει απλώς ένα σύνθημα, που πολλοί φώναζαν, χωρίς ποτέ πραγματικά να το πιστεύουν.

Για εμάς όμως δεν ήταν ένα σύνθημα. Είναι η ίδια μας ψυχή που φροντίζει κάθε ημέρα να μας το υπενθυμίζει, με κάθε ευκαιρία και κάθε αφορμή.