Βρήκα τις προάλλες ένα παλιό, μερικώς τσαλακωμένο, τεύχος του Newsweek, ημερομηνίας 25 Σεπτεμβρίου 1995. Τριάντα τόσων χρόνων με εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά που μόνο τα παλιά περιοδικά έχουν.
Ποια σημασία μπορεί να έχει ένα περιοδικό των mid-90s που αναφέρεται στην τότε Αμερική με το σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά;
Κεντρικό θέμα της συγκεκριμένης έκδοσης οι τάσεις στο εκλογικό σώμα των Αμερικανών ένα χρόνο πριν από τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Το Newsweek κυκλοφορούσε εκείνη την περίοδο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «The Hunt for the Radical Middle». Το κυνήγι του «αγανακτισμένου κέντρου», θα μπορούσε να είναι μια μετάφραση του τίτλου.
Ο συντάκτης του κειμένου Joe Klein αποκαλεί ως «radical middle» εκείνο το κομμάτι του εκλογικού σώματος που κινείται ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά κόμματα των ΗΠΑ, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι, και το οποίο… έχει αγανακτήσει, έχει βαρεθεί, και δεν πιστεύει πια.
Ο Klein ακολουθούσε έναν Ρεπουμπλικανό δημοσκόπο, τον Frank Luntz, σε αίθουσες focus group σε όλες τις ΗΠΑ. Ο Luntz ρωτούσε μέσους Αμερικανούς τι νιώθουν για την πολιτική και τι θέλουν από τους εκπρόσωπούς τους. Οι απαντήσεις τους ήταν αποκαλυπτικές. Όχι επειδή ήταν ακραίες. Αλλά επειδή ήταν ήρεμες. «Δεν θα αλλάξει ποτέ», είχε πει ένας άνδρας που μόλις έχασε τη δουλειά του μετά από 23 χρόνια στην ίδια εταιρεία. Χωρίς θυμό. Χωρίς τόνο.
Ο Luntz μιλώντας στον Klein του είπε πως οι άνθρωποι αυτοί «δεν είναι απλώς θυμωμένοι, αλλά έχουν χάσει την ελπίδα τους». Εν ολίγοις, υπάρχει μια απελπισία στον μέσο Αμερικανό.
Από την Αμερική του 1995, ας έρθουμε τώρα στην Κύπρο του 2026. Τριάντα ένα χρόνια μετά και με τον κόσμο να έχει αλλάξει από τότε.
Η αγανάκτηση κατά των μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων της Αμερικής τότε, εντοπίζεται στην Κύπρο σήμερα.
Ο Klein διέκρινε πριν τριάντα χρόνια κάτι που έκτοτε έχουν επιβεβαιώσει δεκάδες εκλογικές αναλύσεις: η κρίσιμη μεταβλητή δεν είναι ο θυμός αλλά η απελπισία. Ο θυμωμένος ψηφοφόρος αναζητά λύση. Ο απελπισμένος αναζητά μαρτυρία – κάποιον να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη πιστεύει, ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.
Ο απελπισμένος ψηφοφόρος είναι ταυτόχρονα πιο δύσκολος να κερδηθεί και πιο εύκολος να παραπλανηθεί. Δεν πιστεύει σε υποσχέσεις γιατί τις έχει ακούσει πολλές φορές. Αλλά όταν ακούσει κάτι που του φαίνεται αυθεντικό, το αρπάζει, το πιστεύει.
Αυτός είναι ο χώρος που διεκδικούν και τα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα στην Κύπρο – και αλλού. Δεν τον διεκδικούν πάντα με πρόγραμμα. Τον διεκδικούν με γλώσσα. Με εικόνα. Με την αίσθηση ότι «αυτοί τουλάχιστον δεν ανήκουν στο σύστημα».
Πηγαίνοντας πίσω στη δεκαετία του ’90, όταν ο Klein έγραφε το συγκεκριμένο κείμενο, είναι καλό να δούμε και ποια ήταν η πραγματικότητα στην Κύπρο. Σε λιγότερο από ένα χρόνο μετά, τον Μάη του 1996, η Κύπρος εξέλεξε Βουλή με πανίσχυρα παραδοσιακά κόμματα: ΔΗΣΥ 34,5%, ΑΚΕΛ 33%, ΔΗΚΟ 16,4%, ΕΔΕΚ 8,1%. Τα τέσσερα μαζί κάλυπταν το 92% του εκλογικού σώματος.
Πριν από τριάντα χρόνια, αυτά που σήμερα ονομάζονται ως συστημικά κόμματα, συγκέντρωναν το 92% του εκλογικού σώματος. Ουσιαστικά δεν υπήρχε Κύπριος που να μην τους ψήφιζε. Πολλοί εξ αυτών ανήκουν σήμερα στους «αγανακτισμένους και αντισυστημικούς».
Το αγανακτισμένο κέντρο του 1995 δεν βρήκε τον ήρωα που ψάχνει. Ο Colin Powell – ο στρατηγός εκτός κομμάτων που οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ως τον πιο δημοφιλή πολιτικό στην Αμερική – δεν κατέβηκε στις εκλογές. Η αντισυστημική ψήφος διαχύθηκε αδέσποτη.
Ο Μπιλ Κλίντον κέρδισε το 1996, εξασφαλίζοντας μια δεύτερη θητεία, προσαρμόζοντας τη ρητορική. Είπε αυτά που ήθελε να ακούσει το αγανακτισμένο κέντρο. Δεν τα έκανε.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι η προσαρμογή της ρητορικής ώστε τα λόγια να ηχούν καλύτερα στα αυτιά των αγανακτισμένων. Το μεγάλο στοίχημα για τα κυπριακά κόμματα σήμερα είναι εάν μπορούν να ακούσουν πραγματικά αυτό που ο κόσμος φωνάζει και να δώσουν λύσεις, όχι να προσαρμόσουν ρητορικές.
Αυτή είναι η δουλειά των λεγόμενων αντισυστημικών, που δεν έχουν λύσεις. Και το βλέπουμε στις δικές μας εκλογές. Αντισυστημικοί χωρίς θέσεις, χωρίς πρόγραμμα, που απλώς επιχειρούν να εκμεταλλευθούν την αγανάκτηση των πολιτών.