Την ώρα που η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από την υπόθεση «Σάντη» η οποία μετατράπηκε σε θέαμα αρένας, με τους θεατές έτοιμους να κατασπαράξουν όποιον το όνομά του δικαίως ή αδίκως έτυχε να αναφερθεί σε κάποια μηνύματα που η κάτοχός τους σήμερα λέει ότι αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, 167.000 άνθρωποι στην Κύπρο δεν ξέρουν αν αύριο θα έχουν να φάνε. Όχι, δεν είναι υπερβολή. Είναι ο θλιβερός αριθμός τον οποίο έδωσε η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία για όσους ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

17,1% του πληθυσμού. Σχεδόν ένας στους πέντε. Άνθρωποι που ζουν με τον μόνιμο φόβο της φτώχειας ή ήδη μέσα σε αυτήν. Κάποιοι, συνήθως, προσπερνούν αυτούς τους αριθμούς. Ή και αν δεν τους προσπεράσουν, δεν εμβαθύνουν σε αυτούς. Για να νιώσουν το μέγεθος της αγωνίας, του άγχους και του βασάνου που εμπερικλείεται στον κάθε αριθμό. Όποιος διαθέτει στοιχειώδη ενσυναίσθηση δύναται να αντιληφθεί: Πρόκειται για 167.000 ζωές. Για 167.000 καθημερινές αγωνίες. Για 167.000 μικρές ή μεγάλες ταπεινώσεις.

Μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, όμως, μοιάζει αποχαυνωμένη. Την ώρα που η προσοχή στρέφεται αλλού, την ώρα που η δημόσια συζήτηση διολισθαίνει στο εύπεπτο και το επιφανειακό, η φτώχεια απλώνεται σιωπηλά. Χωρίς φωνές. Χωρίς φώτα. Χωρίς hashtags.

Και αν η συνολική εικόνα είναι ανησυχητική, η εικόνα των ηλικιωμένων είναι, απλώς, σοκαριστική. Ένας στους τρεις συνταξιούχους βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Ένας στους τρεις ανθρώπους που δούλεψαν μια ζωή, που πλήρωσαν εισφορές, που στήριξαν οικογένειες και οικονομία, σήμερα μετρά τα σεντ για να αγοράσει τα αυτονόητα.

Η Eurostat, δυστυχώς, μας επιφυλάσσει ακόμη μεγαλύτερο σοκ. Στους συνταξιούχους άνω των 75 ετών τα πράγματα ξεφεύγουν από κάθε όριο κοινωνικής αντοχής. Σχεδόν ένας στους δύο. Ναι, καλά διαβάσατε. Σχεδόν το 50% αυτών των ανθρώπων ζει με τον φόβο της φτώχειας. Σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια χώρα που επαίρεται για ανάπτυξη, για δείκτες, για ισχυρή οικονομία.

Την ώρα που η κοινωνία παρακολουθεί έκθαμβη τον… γάμο του Φειδία, κάπου αλλού, μια γιαγιά μετράει κάθε ευρώ της σύνταξής της για να της φτάσουν μέχρι το τέλος του μήνα. Ένας παππούς σβήνει το φως νωρίς για να μην γράψει ο μετρητής. Ένας ηλικιωμένος πρέπει να διαλέγει ανάμεσα σε τρόφιμα και θέρμανση. Αυτή είναι η άλλη Κύπρος. Η αόρατη.

Βρισκόμαστε τρεις εβδομάδες πριν από τις βουλευτικές εκλογές. Είκοσι κόμματα. Εκατοντάδες υποψήφιοι. Υποσχέσεις, εξαγγελίες, μεγάλα λόγια. Λαγοί με πετραχήλια. Όλοι υπόσχονται καλύτερη ζωή. Όλοι διαβεβαιώνουν ότι «κανείς δεν θα μείνει πίσω». Και όμως, ήδη έχουν μείνει πίσω 167.000 άνθρωποι. Πόσο πιο ξεκάθαρο πρέπει να γίνει; Πόσο πιο ωμά να ειπωθεί;

Δεν μιλάμε για μια παροδική στρέβλωση. Δεν μιλάμε για ένα προσωρινό φαινόμενο. Τα στοιχεία δείχνουν σταθερότητα στο πρόβλημα. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις για επιδείνωση. Το 2025 αυξήθηκαν κατά 3.000 οι άνθρωποι που βρίσκονται στο όριο ή κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ξέρετε ποιο είναι το πιο ανησυχητικό; Ότι η πολιτεία, το κράτος ακόμη και η ίδια η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό, έχουν συνηθίσει το φαινόμενο και τους αριθμούς της φτώχειας. Τη θεωρούν περίπου φυσιολογική. Τη βάζουν στην άκρη για να ασχοληθούν με το επόμενο θέμα.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη ήττα. Επειδή η φτώχεια δεν είναι μόνο οικονομικός δείκτης. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης. Είναι ζήτημα πολιτισμού. Ένα κράτος και μια κοινωνία που αποδέχονται ότι οι ηλικιωμένοι της ζουν στο όριο, έχουν ήδη χάσει κάτι πολύ πιο βαθύ από την οικονομική ισορροπία. Έχουν χάσει την ανθρωπιά τους. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για όποιους ακόμη αυτή η έννοια έχει αξία.

Αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτά είναι υπερβολικά, ας κοιτάξουν τους αριθμούς ξανά. Ας συγκρίνουν τη θέση της Κύπρου με άλλες χώρες που πέρασαν μνημόνια και λιτότητα. Ας εξηγήσουν γιατί η φτώχεια στους ηλικιωμένους αυξάνεται με τέτοιους ρυθμούς. Ας εξηγήσουν -κυρίως αυτό- γιατί δεν αποτελεί αυτό το κεντρικό θέμα της δημόσιας συζήτησης.

Επειδή, τελικά, αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Πώς γίνεται σε μια κοινωνία με 167.000 ανθρώπους σε κίνδυνο φτώχειας, να συζητάμε για τα πάντα εκτός από αυτό; Η απάντηση δεν είναι ευχάριστη. Αλλά είναι απαραίτητη.

Ενόψει εκλογών, όλα τα προαναφερθέντα μας καλούν και μας αναγκάζουν να το υποδείξουμε για πολλοστή φορά ξεκάθαρα: Η ψήφος δεν είναι like, ούτε οργισμένο σχόλιο κάτω από μια ανάρτηση. Είναι ευθύνη. Είναι επιλογή για το ποιο κράτος θέλουμε να έχουμε. Και ποια κοινωνία θέλουμε να είμαστε.

Ένα κράτος και μια κοινωνία που ανέχονται να ζουν οι ηλικιωμένοι με ψίχουλα; Που κλείνουν τα μάτια στη φτώχεια και ανοίγουν την τηλεόραση για να ξεχαστούν; Ή ένα κράτος και μια κοινωνία που απαιτούν αξιοπρέπεια για όλους; Επειδή, στην πραγματικότητα, οι 167.000 δεν είναι ένας σκέτος αριθμός. Είναι ο καθρέφτης μας. Και αυτή τη στιγμή, δεν αντέχουμε να τον κοιτάξουμε.