Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, για να καταφέρει η Δημοκρατία να της επιτραπεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κατασκευάσει συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρισμού ενσωματωμένα στο κρατικό δίκτυο, ώστε να μπορεί ο ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς να κρατά ασφαλές το σύστημα σε δύσκολες και επικίνδυνες ώρες (ή στιγμές) ανισορροπίας ή μικρής διάρκειας ανεπάρκεια ηλεκτρισμού, χρειάστηκε να δώσουν μάχη η Κυβέρνηση Χριστοδουλίδη και ο τέως υπουργός Ενέργειας Γιώργος Παπαναστασίου.

Την ώρα που η ΕΕ και οι ιδιωτικοί φορείς ηλεκτρισμού αναγνωρίζουν τα σοβαρά προβλήματα ευστάθειας και επάρκειας που προκαλεί η ιδιότητα του μόνου μη συνδεδεμένου ηλεκτρικού συστήματος στην Ευρώπη και την ώρα που λόγω αυτής της αδυναμίας αναγνωρίστηκε η ανάγκη για διασύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα, κάποιοι στις Βρυξέλλες και πολλοί στην Κύπρο δυσκολεύτηκαν να αντιληφθούν την ανάγκη το δίκτυο ηλεκτρισμού να μπορεί να στηρίζεται σε ώρες μεγάλης δοκιμασίας από κρατική – κεντρική αποθήκευση ηλεκτρισμού. Σε πολύ χαμηλή τιμή ανά κιλοβατώρα, όχι σε τιμή που θα καθορίζεται εμπορικά, με το «πιστόλι στον κρόταφο» των κρατικών αρχών. Για να μην καταρρεύσει το σύστημα. Και σε μια χώρα μη συνδεδεμένη, η αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης μετά από μεγάλης ή μεσαίας κλίμακας μπλακ άουτ δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.

Καταφέραμε λοιπόν να εξασφαλίσουμε την παρέκκλιση της εγκατάστασης κεντρικών μπαταριών, σε τρεις υποσταθμούς της ΑΗΚ. Και επικροτήθηκε αυτή η εξέλιξη. Παρ’ ότι την πολέμησαν σύνδεσμοι του ιδιωτικού τομέα και κάποιοι καλοπληρωμένοι και ικανοί δικηγόροι, που συνεχίζουν τη μάχη για να ακυρώσουν ή να μολύνουν αυτή την κατάκτηση για τους καταναλωτές. Θέλουν να πληρώνουν το κρατικό ηλεκτρικό δίκτυο και οι φορολογούμενοι για τις υποδομές αυτοπροστασίας μέσω της αποθήκευσης και στη συνέχεια αυτές οι υποδομές να παραδοθούν στην «ανταγωνιστική αγορά» για εμπορική εκμετάλλευση από τον ιδιωτικό φωτοβολταϊκό τομέα, χάριν μιας αγοράς ηλεκτρισμού που, όπως στήθηκε, δεν εξυπηρετεί για την ώρα τις 450 χιλιάδες νοικοκυριά, ούτε τις δεκάδες χιλιάδες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ε όχι!

Γράφουμε αυτό το κείμενο για να πούμε το εξής: Οι διαγωνιστικές διαδικασίες για την εγκατάσταση των τριών μεγάλων μπαταριών σε υποσταθμούς της ΑΗΚ έγιναν με σχετικά ταχείς διαδικασίες. Και επιλέγηκε ανάδοχος. Πληροφορούμαστε πως είναι η Cyta (όπως και για τις μπαταρίες της ΑΗΚ στη Δεκέλεια). Όμως, η κατακύρωση του διαγωνισμού πρέπει να γίνει από τον ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς. Ο οποίος καθυστερεί. Και πρέπει να είναι έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη αν αυτή του η καθυστέρηση προκαλέσει προβλήματα αστάθειας ή διακοπές ηλεκτροδότησης.

Αρχικά μάς είπαν πως η καθυστέρηση οφειλόταν στην αναμονή για έγκριση του προϋπολογισμού του Διαχειριστή για το ’26. Παρ’ ότι θα μπορούσε ο Διαχειριστής να καταθέσει συμπληρωματικό προϋπολογισμό για το ’25, ώστε να μη χαθεί χρόνος.

Ο προϋπολογισμός πέρασε πριν μερικές εβδομάδες. Αλλά μαθαίνουμε τώρα πως το θέμα εστάλθη στο Γενικό Λογιστήριο για απόψεις. Γιατί δεν το έστειλαν ενόσω περίμεναν να εγκριθεί ο προϋπολογισμός; Έλα ντε.

Επιπλέον, παρ’ ότι ρωτήσαμε πολλές φορές, δεν πήραμε απάντηση από τον Διαχειριστή Μεταφοράς, ούτε από τη ΡΑΕΚ: Πώς θα δουλεύει η κρατική – κεντρική αποθήκευση; Πού θα βρίσκει το ρεύμα, πότε θα το αξιοποιεί, πόσα θα το αγοράζει και πόσα θα το χρεώνει σε εμάς;

Πρόκειται για πολύ σημαντικές πτυχές. Όταν η Κυβέρνηση διεκδίκησε αυτή την παρέκκλιση από την ΕΕ, λέχθηκε ότι θέλαμε ως κράτος να αποθηκεύουμε πράσινη ενέργεια σε αυτές τις μπαταρίες για ώρα ανάγκης του συστήματος. Όχι της αγοράς. Και είχε λεχθεί πως για να φορτίζονται οι μπαταρίες, θα έπαιρναν ρεύμα κατά προτεραιότητα από οικιακά φωτοβολταϊκά, ώστε να μην αποκόπτονται από το δίκτυο και να μην χάνεται φθηνός ηλεκτρισμός από σπίτια. Αυτός ο αρχικός σχεδιασμός εξυπηρετεί το δημόσιο όφελος, προσφέρει φθηνή προστασία στο δίκτυο, ομαλοποιεί τη διαδικασία εξισορρόπησης από τον Διαχειριστή, συμφέρει τους ιδιοκτήτες οικιακών φωτοβολταϊκών και διασφαλίζει φθηνότατο «μπακ απ». Τι άλλο θέλουμε;