Ήταν ήδη μεσάνυκτα στην Αγία Νάπα όταν ένας μετά τον άλλο οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συμμετείχαν στην πρώτη ημέρα του άτυπου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Κύπρο αποχωρούσαν. Οι ελάχιστοι δημοσιογράφοι που έμειναν στον χώρο περίμεναν να μάθουν τι έγινε με τη συζήτηση για το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης – το άρθρο αμοιβαίας συνδρομής.
Το θέμα άνοιξε τον Μάρτιο, όπως όλοι θυμόμαστε, αμέσως μετά το περιστατικό στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου. Η Κύπρος κινήθηκε ψάχνοντας να δει πώς μπορεί να εξασφαλίσει βοήθεια από τους εταίρους της σε περίπτωση που τα πράγματα γίνονταν ακόμα πιο δύσκολα – αν το drone Σαχέντ που έστειλε η Χεζμπολάχ από τον Λίβανο είχε και συνέχεια.
Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής ως άρθρο στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρχε στα χαρτιά. Ενεργοποιήθηκε για τελευταία φορά πριν από 11 χρόνια, το 2015, όταν το ζήτησε η Γαλλία μετά από τρομοκρατικό χτύπημα. Η Γαλλία είχε τότε ζητήσει συνδρομή προκειμένου να αντικατασταθούν στρατιώτες της που υπηρετούσαν σε διάφορες αφρικανικές χώρες.
Εξ αφορμής του συγκεκριμένου αιτήματος, ετοιμάστηκε τον επόμενο χρόνο μια μελέτη ως προς τα διδάγματα που άφηνε η περίπτωση της Γαλλίας. Και το θέμα έμεινε εκεί.
Πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια μέχρι να μπει ένα άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διαδικασία να αναζητήσει τι βοήθεια μπορεί να της δώσει η ΕΕ σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση. Και η Κύπρος ανακάλυψε πως από τότε μέχρι και σήμερα τίποτε ουσιαστικά δεν έγινε ώστε να προχωρήσει η συζήτηση και να γίνουν κάποια περαιτέρω βήματα.
Οι λόγοι ήταν πολλοί. Τα πλείστα κράτη μέλη της ΕΕ, όντας και μέλη του ΝΑΤΟ, δεν έδειχναν την παραμικρή διάθεση να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση, θεωρώντας ότι εάν το έκαναν θα ενοχλούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ή θα κινδύνευαν να κατηγορηθούν ότι κινούνται κατά της νατοϊκής συνοχής.
Μιλώντας με αρκετούς από κυπριακής πλευράς που εμπλέκονται στις συζητήσεις αλλά και τη μελέτη του θέματος, αυτό που κατέγραψα τις τελευταίες ημέρες είναι πως το 42.7 δεν είναι το ίδιο με το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ και δεν τίθεται θέμα να το υποκαταστήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Στην περίπτωση του ΝΑΤΟ, πρόκειται για στρατιωτικές ενέργειες που ενεργοποιούνται στο πλαίσιο μιας συμμαχίας. Στην περίπτωση του 42.7, πρόκειται για ένα νομικό καθήκον αμοιβαίας συνδρομής.
Αυτό που η Αγία Νάπα έφερε στην επιφάνεια – και που αξίζει να σταθεί κανείς – δεν είναι τόσο η πολιτική απόφαση να ανοίξει η συζήτηση, η οποία έχει τη δική της σημασία. Σημαντικότερη είναι η διαπίστωση ότι μια χώρα, στην προκειμένη περίπτωση η Κύπρος, μπήκε στον κόπο να ελέγξει βήμα προς βήμα τι σημαίνει στην πράξη η ενεργοποίηση αυτής της ρήτρας.
Και εντόπισε πολλά κενά που προβληματίζουν. Τι ζητά ένα κράτος που ενεργοποιεί τη ρήτρα, τι έχουν διαθέσιμο τα άλλα κράτη, τι μπορεί να δώσει ο καθένας. Μια πηγή με την οποία μίλησα τα τελευταία 24ωρα μου επεσήμανε: «αυτή τη στιγμή κανένας μας δεν έχει εικόνα ποιες χώρες έχουν ειδικές διαδικασίες, ποιες είναι αυτές οι διαδικασίες, τι δυνατότητες έχουν, πόσο γρήγορα μπορούν να ανταποκριθούν».
Υπάρχουν και άλλα που εντοπίστηκαν, όπως οι εθνικές διαδικασίες που επηρεάζουν τη λήψη απόφασης για παροχή συνδρομής σε περίπτωση που ζητηθεί, αλλά και το ζήτημα του ποιος είναι ο αρμόδιος επικοινωνίας αν προκύψει μια ανάλογη ανάγκη.
Το σύνολο αυτών των κενών είναι που οδηγεί στην ιδέα ενός «playbook»: ενός ολοκληρωμένου οδηγού που θα απαντά σε όλα αυτά τα ερωτήματα πριν από την κρίση, ώστε η ανταπόκριση να μπορεί να γίνει σε πραγματικό χρόνο. «Όταν ξέρεις τι θα ζητήσεις και από ποιον, τότε μπορείς να κάνεις και τον δικό σου προγραμματισμό», ανέφερε η ίδια πηγή.
Οι ηγέτες της ΕΕ πήραν την πολιτική απόφαση να ξεκινήσει η συζήτηση. Το επόμενο σημαντικό βήμα είναι η εργασία που πρέπει να γίνει για την ετοιμασία ενός οδηγού, τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ανάγκη.