Η υπόθεση «Σάντη», οι αντιφάσεις, οι διαψεύσεις και τα ερωτήματα που σωρεύτηκαν γύρω από πτυχές των ισχυρισμών του Μακάριου Δρουσιώτη, ασφαλώς δημιούργησαν έναν δημόσιο θόρυβο. Ο σάλος που προκλήθηκε, έδωσε την ευκαιρία στον Νίκο Αναστασιάδη να επανεμφανιστεί με το γνώριμο ύφος του ανθρώπου που πιστεύει πως η Ιστορία μπορεί να ξαναγραφτεί με μια τηλεοπτική παρέμβαση.

Να μιλήσει για «μυθοπλασίες», να ειρωνευτεί, να χλευάσει, να εμφανιστεί, περίπου δικαιωμένος. Να αφήσει να καλλιεργηθεί η εντύπωση πως, αφού τίθενται υπό αμφισβήτηση στοιχεία που επικαλέστηκε στην υπόθεση «Σάντη» ο πολέμιός του, συνεπάγεται ότι καταρρέουν οι ισχυρισμοί Δρουσιώτη και στα βιβλία του στα οποία αναφέρεται στον τέως Πρόεδρο.

Μόνο που εδώ υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Η λαϊκή ετυμηγορία για τον Αναστασιάδη δεν οικοδομήθηκε πάνω στον Δρουσιώτη για να καταρρεύσει μαζί του.

Είναι ουτοπία να θεωρεί κάποιος, ότι επειδή τίθενται ερωτήματα για την αξιοπιστία μιας πηγής ή ενός αφηγήματος, ξαφνικά αθωώνεται πολιτικά μια δεκαετία βαριάς θεσμικής φθοράς. Διότι όσα καταλογίζει η κοινωνία στον τέως Πρόεδρο δεν προέρχονται από μυθιστορήματα. Αποτελούν βιωματικές εμπειρίες της νήσου Κύπρος.

Δεν χρειάστηκε ο Μακάριος Δρουσιώτης να επινοήσει το κούρεμα καταθέσεων. Το βίωσαν πολίτες και επιχειρήσεις. Πετώντας στα σκουπίδια την προεκλογική δέσμευση ότι δεν θα αποδεχόταν ποτέ κούρεμα.

Δεν χρειάστηκε να θεμελιώσει κανείς τη φθορά θεσμών όταν ολόκληρη η κοινωνία παρακολουθούσε συγκρούσεις με τον Γενικό Ελεγκτή, υπονόμευση ανεξάρτητων θεσμών, πόλεμο με τη Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας, απαξίωση ελέγχων και μια κουλτούρα εξουσίας, που έβλεπε τους θεσμούς ως εμπόδιο και όχι ως ανάχωμα. Με αποκορύφωμα εκείνο το εκκωφαντικό «Ντροπή» δια στόματος του Γενικού Εισαγγελέα.

Και βεβαίως, δεν χρειάζεται κανένα βιβλίο για να θυμηθεί κανείς το μέγα πολιτικό και ηθικό στίγμα του μεγαλοσκανδάλου των χρυσών διαβατηρίων. Το κατέγραψε το συγκλονιστικό πόρισμα της Επιτροπής Νικολάτου. Το κατέγραψαν διεθνή μέσα. Το κατέγραψε η ίδια η ντροπή μιας χώρας που διαπομπεύτηκε παγκοσμίως.

Συνολικά 6.546 τα χρυσά διαβατήρια. Πάνω από τα μισά, 53%, παράνομα. Δεν είναι λογοτεχνία, είναι πόρισμα. Το περιβόητο «τικ-τικ τζιαι επαιρνούσαν» δεν είναι εφεύρημα αντιπάλων. Είναι η συμπύκνωση της δράσης μιας κυβέρνησης, που είχε μετατρέψει την υπηκοότητα σε εμπόρευμα.

Μέσα στο ίδιο πόρισμα, καταγεγραμμένα ασυμβίβαστα, εγκρίσεις που άγγιζαν το πρώην δικηγορικό γραφείο του ιδίου και γραφεία υπουργών του. Σε οποιοδήποτε κανονικό κράτος, τέτοια ευρήματα δεν θα γεννούσαν τηλεμαχίες και υπεκφυγές. Θα αναδείκνυαν την ανάγκη τιμωρίας.

Σε ποια σοβαρή ευρωπαϊκή δημοκρατία θα επιβίωνε πολιτικά ηγέτης με τέτοιο φορτίο; Σε ποια χώρα ο Πρόεδρος δεν θα πήγαινε σπίτι του μέσα σε μια νύχτα;

Υπενθυμίζουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλούμε για ένα απλό σκάνδαλο. Μιλούμε για διεθνή διασυρμό. Για μια Κύπρο που παρομοιαζόταν με φορολογικό παράδεισο. Για δημοσιεύματα τα οποία αναφέρονταν σε “offshore president”. Για ένα Netflix που δημιούργησε το «The Laundromat» και συνέδεσε το όνομα της πατρίδας μας με προσβλητικές ενέργειες.

Είναι τόσο πολλά αυτά που μπορεί κάποιος να επικαλεστεί για την περίοδο της διακυβέρνησης Αναστασιάδη (π.χ. Συνεργατισμός)… Και τώρα τι ακριβώς ζητείται; Να θεωρήσουμε ότι επειδή αμφισβητούνται πτυχές της υπόθεσης «Σάντη», ξεπλένονται όλα αυτά; Να γίνει λευκαντήριο η συγκυρία; Να βαφτιστεί η φθορά σκευωρία και η λογοδοσία μυθοπλασία;

Ε όχι. Η μνήμη δεν αθωώνει επειδή βολεύεται κάποιος. Ούτε η πολιτική ευθύνη σβήνει επειδή δέχεται πλήγματα αξιοπιστίας το αφήγημα ενός επικριτή του τέως Προέδρου. Η κοινωνία δεν έφτασε να δυσπιστεί απέναντι στον Αναστασιάδη επειδή της το υπέδειξε ο Δρουσιώτης. Το έζησε στο πετσί της.

Υπάρχει μια ειρωνεία σχεδόν τραγική στην επανεμφάνιση του τέως Προέδρου με τόνο θριαμβευτή. Δείχνει να θεωρεί πως επειδή τρίζει η υπόθεση του Δρουσιώτη, τρίζει μαζί και το οικοδόμημα της δικής του ιστορικής αποτίμησης. Φευ…

Ο λαός βίωσε και γνωρίζει. Τα βιώματά του αυτά δεν αναμένει ούτε τη «Σάντη», ούτε τον Δρουσιώτη, ούτε και το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για τα βιβλία του ερευνητή ώστε να βάλει βουλοκέρι στην κρίση του για τον Αναστασιάδη.

Αυτό είναι και το πιο ενοχλητικό για όσους πιστεύουν πως μπορούν να επιστρέφουν κάθε τόσο ως δικαιωμένοι πρωταγωνιστές. Ότι υπάρχουν πολιτικές κληρονομιές που διαγράφονται. Ότι ορισμένα στίγματα σβήνουν με ειρωνείες σε τηλεοπτικά πάνελ. Ότι η Ιστορία γράφεται από στιγμιαίους αντιπερισπασμούς και όχι από το συνολικό αποτύπωμα που αφήνει μια εξουσία.

Δυστυχώς, για τον τέως Πρόεδρο, το αποτύπωμα εκείνης της δεκαετίας παραμένει βαρύ. Όσο και αν κάποιοι επενδύουν στη συγκυρία για να ξαναμοιράσουν εντυπώσεις, η ουσία δεν αλλάζει. Η πολιτική ευθύνη δεν διαγράφεται επειδή ένας αντίπαλος αμφισβητείται.

Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το αριστούργημα «Έγκλημα και Τιμωρία». Δεν πρόλαβε όμως να γράψει το δεύτερο μέρος του, που ταιριάζει περισσότερο σε τούτο τον τόπο. Το «Έγκλημα χωρίς Τιμωρία».