Πολλές γενιές μεγάλωσαν με το Κυπριακό. Ο χρόνος, 52 χρόνια μετά την εισβολή και έκτοτε κατοχή εδαφών της χώρας μας από την Τουρκία, λειτουργεί ασφαλώς σε βάρος μιας συμφωνίας στο Κυπριακό. Καθώς εδραιώνονται τα κατοχικά δεδομένα. Αυτός ήταν, άλλωστε, εξαρχής ο στόχος της κατοχικής δύναμης.

Διά του χρόνου και των συστηματικών κινήσεων επιβολής τετελεσμένων, στόχος παραμένει να δημιουργηθούν συνθήκες για εσαεί παρουσία στο νησί, πρωτίστως για γεωστρατηγικούς λόγους και όχι για τους Τουρκοκύπριους.

Γιατί, όμως, δεν επιλύεται το Κυπριακό; Κάποιοι σπεύδουν να φορτώσουν τη μη λύση στο θύμα, δηλαδή στους Ελληνοκύπριους. Τους αποδίδουν «μαξιμαλισμό»( επειδή δεν δέχονται την όποια λύση) και ότι «δεν ξέρουν τι θέλουν»( επειδή δεν υιοθετούν την ιδεολογία της προσαρμογής).

Ευθύνες της κυπριακής πλευράς υπάρχουν και συνδέονται, κυρίως, με το γεγονός ότι από την επόμενη ημέρα της εισβολής διαμορφώθηκε μια τάση προσαρμογής με τα «νέα δεδομένα». Περαιτέρω, οι ευθύνες της ελληνοκυπριακής πλευράς συνδέονται με το γεγονός ότι υιοθέτησε, από την επόμενη ημέρα,  την τακτική των υποχωρήσεων ευελπιστώντας ότι η Τουρκία θα συνεργαζόταν. Τούτο μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Παρόλο που ακόμη και κάποιοι, λίγοι, συμπατριώτες μας, δεν το υιοθετούν τούτο, είναι πρόδηλο ότι η κατοχική δύναμη, που δημιούργησε και συντηρεί το πρόβλημα, φέρει τη μεγάλη, την κύρια, ευθύνη. Η μη επίτευξη συμφωνίας συνδέεται με την τουρκική επιδίωξη για διασφάλιση από πλευράς της Άγκυρας του μέγιστου των στόχων της στο νησί. Αυτή η προσέγγιση είναι αποτέλεσμα και του γεγονότος ότι η Τουρκία δεν έχει κόστος από τη συνεχιζόμενη κατοχή εδαφών της Κύπρου. Κι αυτό βαρύνει και τη δική μας πλευρά.

Είναι ξεκάθαρο, ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί εάν δεν αρθεί η κατοχή, η συνέχιση της οποίας βαρύνει μόνο την κατοχική δύναμη.

Ευθύνες φέρουν και  οι διεθνείς παίκτες που παρεμβαίνουν στο Κυπριακό. Όχι υπό την έννοια του γνωστού και απόλυτου πως «για όλα φταίνε οι άλλοι». Αλλά επειδή το ζήτημα της Κύπρου δεν αντιμετωπίσθηκε στη σωστή του διάσταση, ως θέματος εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής εδαφών από την Τουρκία. Θεωρήθηκε από το 1974, ως δικοινοτική διαφορά και πρόβλημα έλλειψης εμπιστοσύνης.

Πώς μπορεί να λυθεί το Κυπριακό και αυτή η συμφωνία να εξυπηρετεί τους μόνιμους κατοίκους του νησιού και όχι τα συμφέροντα τρίτων χωρών; Με την πλήρη εφαρμογή των βασικών ελευθεριών, όλων εκείνων, δηλαδή, που εφαρμόζονται στην Ε.Ε. Εάν διασφαλιστούν οι ελευθερίες διακίνησης, εγκατάστασης, απόκτησης περιουσιών και αγαθών, πολλά από τα ζητήματα, που διαχρονικά συζητούνται στο Κυπριακό θα επιλύονταν αυτόματα. Και το περιουσιακό ( ο καθένας έχει δικαίωμα στην περιουσία του χωρίς ουρές και παρεκκλίσεις) ακόμη και το εδαφικό, από τη στιγμή που διασφαλίζεται, κατοχυρώνεται το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης.

Μια συμφωνία για να επιβιώσει δεν πρέπει να έχει διαχωριστικά χαρακτηριστικά, να μην είναι ρατσιστική. Πρέπει να είναι δημοκρατική. Η ομοσπονδία, ως πολιτειακό σύστημα, λειτουργεί σε πολλές χώρες και στηρίζεται στη δημοκρατία. Αυτή της μορφής η ομοσπονδία συζητείται και στο Κυπριακό; Υπάρχει δημοκρατική νομιμοποίηση μέσα από τις συζητήσεις που διεξάγονται ή ο στόχος είναι η νομιμοποίηση αποτελεσμάτων της εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής; Είναι σαφές πως ένα σύστημα είτε θα είναι δημοκρατικό είτε δεν μπορεί να επιβιώσει.

Δεν υπάρχουν δυο ταχυτήτων δικαιώματα. Οι πολίτες έχουν τα ίδια δικαιώματα. Σε μια δημοκρατική και ελεύθερη χώρα, οι πολίτες δεν προσδιορίζονται με βάση την εθνική καταγωγή. Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί σε λογικές εθνικού διαχωρισμού, στη διαιώνιση του εθνικισμού και σε συγκρούσεις.

Σε αυτή τη φάση, που έχουν ξεκίνησαν εκ νέου διεργασίες στο Κυπριακό, είναι σαφές ότι επιδιώκεται αξιοποίηση του ευρωπαϊκού χαρτιού. Αυτό, για να έχει σημασία, θα πρέπει στη συμφωνία να ενσωματώνεται το κοινοτικό κεκτημένο. Χωρίς παρεκκλίσεις, ουρές και αμφίσημες ερμηνείες. Κι αυτό γιατί λύση επιδιώκεται και όχι διαιώνιση των αντιπαραθέσεων.