Με βούλα του Δικαστηρίου, τόσο σε πρωτοβάθμια διαδικασία όσο και δευτεροβάθμια, με διαδικασία που κίνησε η «Σάντη» αναγνωρίστηκε ο πατέρας του παιδιού της, παρόλο που αυτός είχε αρνηθεί να προβεί σε εξέταση DNA, απόφαση που καταρρίπτει τους ισχυρισμούς που είδαν το φως της δημοσιότητας περί άλλου πατέρα.
Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στην υπόθεση είναι πως ένας από τους τρεις δικαστές που εξέτασαν την έφεση του πατέρα, ήταν και ο Μιχάλης Χριστοδούλου, ο οποίος σύμφωνα με την παραδοχή του ίδιου, ένα χρόνο αργότερα είχε γνωρίσει τη «Σάντη» και προσπάθησε να τη βοηθήσει, ενώ στα μηνύματα που δημοσίευσε ο Μ. Δρουσιώτης, φερόταν να είχε αποκτήσει παιδιά μαζί της.
Στη δικαστική απόφαση που είναι δημοσιευμένη στο Cylaw και την εντόπισε ο «Φ», γίνεται αναφορά στο πώς η γυναίκα γνώρισε το πρόσωπο που κρίθηκε ότι είναι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού της, 16 ετών σήμερα, τον ισχυρισμό που προέβαλε ο ίδιος εξ αρχής και το γεγονός ότι αρνήθηκε να υποβληθεί σε εξέταση DNA, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου.
Σημειώνεται ότι οι ανακριτές της υπόθεσης είχαν αναφέρει στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε ενώπιον δικαστή για εξασφάλιση εντάλματος έρευνας στα υποστατικά του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, πως από έρευνα στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας φαίνεται πως η «Σάντη» μόνο ένα παιδί έχει, από συγκεκριμένο πατέρα άλλο από τον πρώην δικαστή Μιχάλη Χριστοδούλου. Ο ίδιος ο πρώην δικαστής στην κατάθεσή του στην Αστυνομία είχε αναφέρει ότι γνώρισε τη «Σάντη» το 2020 μετά που η ίδια επικοινώνησε μαζί του μέσω sms και τη συνάντησε τρεις φορές, στο γραφείο του, σε πάρκο και σε διαμέρισμα.
Αίτηση το 2012
Η «Σάντη» είχε καταχωρήσει αίτηση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το 2012, ζητώντας απόφαση, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το πρόσωπο που κατονόμαζε, είναι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού της. Το παιδί, ηλικίας δύο ετών, σχεδόν, τότε, γεννήθηκε στις 3.3.2010, εκτός γάμου. Το αίτημά της έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την ένσταση του προσώπου που αναφερόταν στην αίτηση.
Αυτός κατέθεσε έφεση βασιζόμενη στο άρθρο 9 του περί τέκνων συγγένεια και νομική υπόσταση 1991, που αναφέρεται στο κρίσιμο διάστημα σύλληψης. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, «κρίσιμο διάστημα της σύλληψης θεωρείται στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή δεύτερη και την εκατοστή ογδοηκοστή πρώτη ημέρα πριν από τον τοκετό». Ο ίδιος υποστήριξε ότι το Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία και οδηγήθηκε σε λάθος ευρήματα.
Η «Σάντη» και η μητέρα της στις καταθέσεις τους στο Οικογενειακό Δικαστήριο, όπως καταγράφεται στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου το 2019, αναφέρθηκαν εκτενώς και με λεπτομέρεια στις περιστάσεις δημιουργίας της σχέσης της πρώτης με τον εφεσείοντα, ιδιαιτέρως, όμως, στις πολύ συχνές ερωτικές συνευρέσεις τους, κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Ιουνίου 2009, στην οικία της μητέρας. Η εφεσίβλητη («Σάντη») μίλησε για την πιο πάνω σχέση εξ ιδίας γνώσης, ενώ η μητέρα ισχυρίστηκε ότι γνώριζε για τη σχέση του ζευγαριού και για τις εν λόγω συνευρέσεις του, καθότι αυτές συνέβαιναν στην οικία της.
Μάλιστα, η «Σάντη» ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι ο εφεσείων εμφανίστηκε να τασσόταν θετικά στην ιδέα ότι αυτός ήταν ο βιολογικός πατέρας του παιδιού της. Όταν, κατά τον Ιούνιο του 2009, τον πληροφόρησε ότι ήταν έγκυος, ο ίδιος έδειξε πως θα αναγνώριζε το παιδί ως δικό του, γι’ αυτό υποβλήθηκαν και οι δύο σε αιματολογικές εξετάσεις, προς διαπίστωση του κατά πόσο έφεραν το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας.
Ο εφεσείων αρνήθηκε εξ αρχής ότι είχε οποιαδήποτε ερωτική σχέση με τη «Σάντη» και πως η σχέση τους ήταν εργασιακή. Επίσης, επικέντρωσε, ιδιαίτερα, την προσοχή του, στη διαπίστωση από το Δικαστήριο του κρίσιμου διαστήματος της σύλληψης από την εφεσίβλητη. Ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα το άρθρο 9[1] του Νόμου και ότι η εφεσίβλητη έπρεπε να είχε προσκομίσει ιατρική μαρτυρία, προκειμένου να αποδείξει το «κρίσιμο διάστημα της σύλληψης» από αυτή.
Το Εφετείο απέρριψε και τους τρεις λόγους έφεσης, ευθυγραμμιζόμενο με την πρωτόδικη απόφαση, ότι δηλαδή το παιδί δεν είναι καρπός από άλλη ερωτική σχέση και παρατήρησε:
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν την έφεση σε αποτυχία, κατάληξη η οποία είναι αναπόφευκτη, ούτως ή άλλως, για τον εξής λόγο: Ο εφεσείων απέτυχε να ασχοληθεί με μια, ιδιαίτερα, κρίσιμη πτυχή της απόφασης του Δικαστηρίου· αυτήν που αναφέρεται στην άρνησή του να υποβληθεί σε εξετάσεις διάγνωσης της πατρότητας ή μη του παιδιού της εφεσίβλητης διά της μεθόδου του D.N.A., σύμφωνα με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 24Α του Νόμου. Το εκδικάσαν Δικαστήριο, σημειώνει το Εφετείο, αφού διαπίστωσε την άρνηση, ως άνω, του εφεσείοντος και απέρριψε τις αιτιάσεις που αυτός έδωσε στη μαρτυρία του γι’ αυτήν, κατέληξε ως εξής:-
«Με βάση όλα τα πιο πάνω, το μοναδικό, απόλυτο και εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να εξάγει το Δικαστήριο από την άρνηση του καθ’ ου η αίτηση να υποβληθεί σε γενετικές εξετάσεις, παρόλες τις οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο, είναι ότι ο καθ’ ου η αίτηση είναι ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι αυθαίρετο, αλλά η άρνησή του αποτελεί τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας που οδηγεί σ’ αυτό το συμπέρασμα. Ήδη, η μαρτυρία της αιτήτριας και της μητέρας της κρίθηκαν αξιόπιστες, …, ενώ του καθ’ ου η αίτηση έχει απορριφθεί ως αναληθής.»
Όπως κατέληξε το Εφετείο, η τελευταία πιο πάνω παρατήρηση του Δικαστηρίου δεν αποστερεί από την κρίση του, στην πρώτη παράγραφο του ιδίου κειμένου, την αυτοδυναμία της ως προς την πατρότητα του παιδιού της εφεσίβλητης, βασισμένης στη μέθοδο D.N.A. Η κρίση του δε αυτή είναι, από μόνη της, καθοριστική για την κατάληξη της υπόθεσης της εφεσίβλητης και της έφεσης, αντίστοιχα, του εφεσείοντος.
Την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου υπογράφουν οι δικαστές Κ. Παμπαλλής, Μ. Χριστοδούλου και Γ. Γιασεμής.

Πρώτος κατέθεσε ο πρώην δικαστής
Νεότερες πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι πρώτος μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει για την υπόθεση μετά την ανάρτηση Μακάριου Δρουσιώτη, ήταν ο πρώην δικαστής Μ. Χριστοδούλου. Αυτός κλήθηκε ενώπιον των ανακριτών στις 2 και 7 Απριλίου, έδωσε καταθέσεις για το πώς και πότε γνώρισε την λεγόμενη «Σάντη», τη σχέση τους και το γεγονός ότι και αυτός είχε πέσει θύμα της μυθοπλασίας της, αφού του είχε πει ότι ήταν παντρεμένη με έναν πολύ πλούσιο Γερμανό, ότι είχαν μια κόρη που σε ηλικία πέντε ετών πέθανε από λευχαιμία και πως για τον λόγο αυτό ο σύζυγός της αυτοκτόνησε. Ο ίδιος ανέφερε ότι η σχέση τους κράτησε ένα χρόνο, ουδέποτε είχε σεξουαλικές σχέσεις μαζί της και ούτε της έδωσε χρήματα.
Μάλιστα, του ζητήθηκε και παρέδωσε το κινητό του τηλέφωνο, για το οποίο είπε ότι ήταν αυτό που χρησιμοποιούσε τα τελευταία χρόνια.