Δεκατέσσερα χρόνια μετά από τροχαίο ατύχημα που σημειώθηκε στην Αθηένου, οδηγός επιχείρησε να ανατρέψει δικαστικά τον καταλογισμό του 80% της ευθύνης που του αποδόθηκε για τη σύγκρουση, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με νέα ήττα, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι χειρισμοί του στον δρόμο ήταν εκείνοι που προκάλεσαν το ατύχημα, επικυρώνοντας πλήρως την πρωτόδικη απόφαση.
Η υπόθεση αφορούσε αγωγή που καταχώρισε γυναίκα οδηγός στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, διεκδικώντας αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές που, όπως υποστήριζε, υπέστη εξαιτίας του δυστυχήματος.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, το δυστύχημα συνέβη στις 14 Απριλίου 2012, όταν ο εναγόμενος οδηγός, κινούμενος σε κύριο δρόμο στην Αθηένου, επιχείρησε να στρίψει δεξιά προς πάροδο. Κατά την εκτέλεση της στροφής εισήλθε πρόωρα και με κυκλική πορεία στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, καταλήγοντας στο αντίθετο ρεύμα του δρόμου και συγκρουόμενος με το όχημα της ενάγουσας, το οποίο βρισκόταν ήδη ακινητοποιημένο λίγο έξω από τη γραμμή stop της παρόδου.
Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ο οδηγός ενήργησε αμελώς, καθώς πραγματοποίησε τη στροφή από σημείο όπου δεν επιτρεπόταν, δεν ακολούθησε ορθή γωνία στροφής και δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι η λωρίδα στην οποία εισερχόταν ήταν ελεύθερη. Σημειώθηκε επίσης ότι αν είχε εκτελέσει τη στροφή από το προβλεπόμενο σημείο και με τον ενδεδειγμένο τρόπο, η σύγκρουση θα είχε αποφευχθεί.
Παράλληλα, το δικαστήριο καταλόγισε συντρέχουσα αμέλεια και στην οδηγό, κρίνοντας ότι δεν είχε σταματήσει πλήρως πριν από τη γραμμή stop, αλλά είχε προχωρήσει περίπου 60 εκατοστά πέραν αυτής. Ωστόσο, έκρινε ότι η δική της ευθύνη ήταν σαφώς μικρότερη και επιμέρισε την υπαιτιότητα σε ποσοστό 80% στον οδηγό και 20% στην οδηγό.
Με την έφεσή του, ο οδηγός υποστήριξε ότι η ευθύνη θα έπρεπε να αποδοθεί εξ ολοκλήρου ή τουλάχιστον κατά 80% στην αντίδικό του, επικαλούμενος μεταξύ άλλων το γεγονός ότι ο ίδιος κινούνταν σε κύριο δρόμο και ότι η οδηγός βρισκόταν εκτός της προβλεπόμενης θέσης αναμονής στη διασταύρωση.
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, επισημαίνοντας ότι ο καταμερισμός της ευθύνης αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου και ότι παρέμβαση δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις καταφανούς σφάλματος ή εσφαλμένης εφαρμογής των νομικών αρχών.
Στην ομόφωνη απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε ορθά το σύνολο της μαρτυρίας και των περιστάσεων της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τη συμπεριφορά, τις ενέργειες και τις παραλείψεις και των δύο οδηγών. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε σφάλμα στην εκτίμηση των γεγονότων ούτε στην εφαρμογή της σχετικής νομολογίας.
Το Ανώτατο υπογράμμισε ότι η βαρύνουσα ευθύνη του εφεσείοντα αιτιολογήθηκε πλήρως, καθώς οι χειρισμοί του κατά την εκτέλεση της στροφής δημιούργησαν τον κίνδυνο που οδήγησε στη σύγκρουση. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο ανατροπής του επιμερισμού ευθύνης που είχε αποφασιστεί πρωτοδίκως.
Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, ενώ το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ της εφεσίβλητης δικαστικά έξοδα ύψους 1.700 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εφόσον αυτός καταβάλλεται.