Το Ανώτατο Δικαστήριο χορήγησε άδεια σε οδηγό να προχωρήσει με αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με στόχο την ακύρωση εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί σε βάρος του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στο πλαίσιο διερεύνησης θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης που σημειώθηκε στις 22 Μαΐου 2026 στον δρόμο Μενεού – Περβολιών.

Το ένταλμα σύλληψης είχε εκδοθεί στις 23 Μαΐου 2026, έπειτα από αίτημα της Αστυνομίας, στη βάση εύλογης υποψίας ότι ο οδηγός συνδέεται με τα αδικήματα της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας και της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην ένορκη δήλωση της Αστυνομίας, ο οδηγός φέρεται να επιχείρησε να προσπεράσει άλλα οχήματα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με όχημα που κινούνταν από τα Περβόλια προς το Μενεού. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά η οδηγός του δεύτερου οχήματος, η οποία υπέκυψε λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά της, ενώ τραυματίστηκε και η συνοδηγός. Στον ύποπτο είχαν διενεργηθεί έλεγχοι για αλκοόλη και ναρκωτικές ουσίες, με αρνητικά αποτελέσματα.

Ο αιτητής υποστήριξε ενώπιον του Ανωτάτου ότι το ένταλμα ήταν παράνομο, επικαλούμενος αφενός απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων από την Αστυνομία και αφετέρου έλλειψη τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας έκδοσής του. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι είχε ειδοποιήσει ο ίδιος τις Αρχές μέσω του αριθμού έκτακτης ανάγκης 112, παρέμεινε στη σκηνή μέχρι την ολοκλήρωση των εξετάσεων και αποχώρησε μόνο αφού ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητη η παρουσία του και ότι θα καλείτο αργότερα για κατάθεση.

Η δικαστής Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου απέρριψε, σε αυτό το στάδιο, τον ισχυρισμό περί απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων, κρίνοντας ότι όσα προέβαλε ο αιτητής αποτελούσαν τη δική του εκδοχή των γεγονότων και δεν προέκυπτε ότι επρόκειτο για αποδεδειγμένα στοιχεία που η Αστυνομία όφειλε να είχε αποκαλύψει κατά την αίτησή της για έκδοση του εντάλματος.

Ωστόσο, το Ανώτατο έκρινε ότι αναδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο ζήτημα ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση που απαιτείται για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, δηλαδή την αναγκαιότητά του. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι, πέραν της ύπαρξης εύλογης υποψίας για διάπραξη αδικήματος, το δικαστήριο που εξετάζει αίτημα έκδοσης εντάλματος οφείλει να πειστεί, στη βάση συγκεκριμένων πρωτογενών γεγονότων, ότι η σύλληψη είναι εύλογα αναγκαία, όπως για αποτροπή επηρεασμού μαρτύρων ή καταστροφής τεκμηρίων.

Το Ανώτατο σημείωσε ότι γενικές αναφορές στην ένορκη δήλωση περί πιθανού επηρεασμού μαρτύρων ή μαρτυρίας δεν αρκούν από μόνες τους, χωρίς εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που να επιτρέπουν στο δικαστήριο να διαμορφώσει ανεξάρτητη κρίση για την αναγκαιότητα της σύλληψης.

Κρίνοντας ότι το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ενδέχεται να μην τεκμηρίωνε επαρκώς την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος, το Ανώτατο αποφάσισε ότι ο αιτητής έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και του παραχώρησε άδεια να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με σκοπό την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης.

Το Δικαστήριο όρισε ότι η αίτηση θα πρέπει να καταχωριστεί εντός τεσσάρων ημερών, ενώ έδωσε οδηγίες για τον ορισμό της υπόθεσης στις 27 Ιουλίου 2026 και την επίδοσή της στον Γενικό Εισαγγελέα. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κύριας αίτησης.