Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Είναι παγκόσμια πρωτοτυπία, στον «ελεύθερο» λεγόμενο κόσμο, έστω, να τιμωρείται μια παρανομία προληπτικά, πριν να γίνει – ακόμα κι αν δεν γίνει.

Η Σάλι Ρούνεϊ (Sally Rooney, 1991-) είναι μια νεαρή Ιρλανδή συγγραφέας. Τα βιβλία της έχουν μεγάλη αποδοχή παγκοσμίως, ιδιαιτέρως στην αγορά της Μ. Βρετανίας. Πωλούνται παντού, ακόμα και στα σουπερμάρκετ. Όμως, η Ρούνεϊ πήρε την απόφαση να σταματήσει στο εξής να τα διαθέτει εκεί. Ο λόγος είναι ότι το κράτος απαγόρευσε στον εκδοτικό της οίκο Faber & Faber να της αποδίδει τα κέρδη από τις πωλήσεις επειδή, όπως έχει δηλώσει η ίδια, προσφέρει ένα ποσοστό από αυτά ως ενίσχυση στη βρετανική ακτιβιστική οργάνωση Palestine Action η οποία, μετά από προσφυγή της κυβέρνησης των Εργατικών, χαρακτηρίστηκε δικαστικώς το 2025 ως τρομοκρατική – άρα είναι παράνομη και η οικονομική ενίσχυσή της. Όμως η συγγραφέας δήλωσε ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τις απόψεις της, θα συνεχίσει να κάνει ό,τι έκανε ακόμα και αν ζημιώνεται οικονομικά.

Πρόκειται για ένα πρωτοφανές παράδοξο: Είναι λογοκρισία; Τυπικά όχι, επειδή δεν τιμωρείται η συγγραφέας για αυτά που γράφει. Δηλαδή το κράτος δεν της λέει μην γράφεις, αλλά κάτι χειρότερο: Σε τιμωρούμε για το τι κάνεις με τα λεφτά που κερδίζεις γράφοντας. Και μάλιστα, όχι μόνο γι’ αυτό που έκανες αλλά και γι’ αυτό που θα κάνεις στο μέλλον, αυτό που πιθανολογούμε πως προτίθεσαι να κάνεις! Νομίζω πως είναι παγκόσμια πρωτοτυπία, τουλάχιστον στον «ελεύθερο» λεγόμενο κόσμο, να τιμωρείται μια παράνομη πράξη προληπτικά, πριν να γίνει – ακόμα και αν δεν γίνει καν. Περίπου όπως στη φουτουριστική νουβέλα Minority Report του Φίλιπ Κ. Ντικ («δάνεισε» στη στήλη το όνομά της): Σε μια μελλοντική κοινωνία, η Αστυνομία χρησιμοποιεί προγνώστες για να συλλαμβάνει τους εγκληματίες πριν να παρανομήσουν. Και αν κάνουν λάθος;

Σκεφτείτε το εξής: Εγώ ή κάποιοι άλλοι γράφουμε υπέρ των Παλαιστινίων, που αγωνίζονται για μια αξιοπρεπή ζωή σ’ ένα κράτος που τους καταπιέζει, τους εκτοπίζει και τους σκοτώνει. Δίνω –δίνουμε– και ένα ποσό για να στηρίξουμε κάποιες σχετικές ακτιβιστικές οργανώσεις. Άμα το κράτος κρίνει, λοιπόν, πως το να ρίχνουν μπογιά, π.χ., στο κτήριο μιας εταιρείας όπλων ισραηλινών συμφερόντων, είναι τρομοκρατική πράξη ισάξια με τις δολοφονίες και τα άλλα εγκλήματα της Χαμάς, θεωρεί παράνομη και την οικονομική ενίσχυσή τους εκ μέρους μας. Τι θα κάνει λοιπόν; Θα μας απαγορεύσει να εισπράττουμε τον μισθό, τη σύνταξή μας ή τα έσοδα από άλλες δραστηριότητες, επειδή ενδέχεται να δώσουμε κάτι από αυτά στους «τρομοκράτες»; Η Σάλι Ρούνεϊ θα συλληφθεί αν ταξιδεύσει στη Βρετανία – θα συλλάμβαναν κι εμάς ως υποστηρικτές τρομοκρατών;

Στην περίπτωση της Ρούνεϊ είναι ενδιαφέρουσα και η στάση των εκδοτών της. Θεώρησαν ανήθικο να εισπράττουν από τη δουλειά ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να πληρωθεί ο ίδιος γι’ αυτήν. Με δυο λόγια, σε μια εποχή άκρως ωφελιμιστική, όπου άτοµα, πολιτικοί, ακόµα και κυβερνήσεις ολόκληρες θυσιάζουν τα πάντα στον βωµό του χρήµατος (όπως ο Κύπριος πρόεδρος, π.χ., ο Έλληνας πρωθυπουργός, ο Βρετανός κ.ά., που συναγελάζονται µε τον Νετανιάχου χάριν ισραηλινών επενδύσεων, οπλικών συστηµάτων ή ό,τι άλλο (ας μην μιλήσουμε για την αμφιλεγόμενη συμμαχία μας με το Ισραήλ), είναι εξαιρετικά παρήγορο το ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που παραμένουν πιστοί στις αξίες τους παρά το όποιο κόστος, οικονομικό ή άλλο. Να ποιο θα έπρεπε να είναι όντως ποινικό αδίκημα: Το να υποστηρίζεις ένα καθεστώς-τρομοκράτη που διαπράττει γενοκτονία. Με την ίδια λογική, λοιπόν, να κηρύξουμε κι εμείς με τη σειρά μας «τρομοκρατικές» τις κυβερνήσεις που το υποστηρίζουν και να απαιτήσουμε να μην δίνουν δεκάρα και, κυρίως, να μην δέχονται οτιδήποτε από τους τρομοκράτες συμμάχους τους.

Ένα άλλο παρήγορο σημείο είναι επίσης ότι μια πλειάδα προσωπικοτήτων από τον χώρο του πολιτισμού τάχθηκαν στο πλευρό της Σάλι Ρούνεϊ, όπως οι συγγραφείς Τζούλιαν Μπαρνς, Αν Κάρσον, Ανί Ενρό, Κολμ Τόιμπιν, Αρουντάτι Ρόι, αλλά και άνθρωποι του σινεμά όπως οι ηθοποιοί Τίλντα Σουίντον και Τζέσι Μπάκλεϊ, ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Γκλέιζερ, ή ο Πολ Μεσκάλ και η Ντέιζι Έντγκαρ-Τζόουνς, που έπαιζαν στην τηλεοπτική μεταφορά του ιδιαίτερα επιτυχημένου best-seller της, «Normal People», ως μίνι σειρά 12 επεισοδίων το 2020. Παρεμπιπτόντως, το επόμενο «λογικό» βήμα ίσως θα είναι να κηρυχθεί παράνομο το να διαβάζεις βιβλία ή να παρακολουθείς έργα δημιουργών που υποστηρίζουν παράνομες οργανώσεις. Με την Αστυνομία να μπαίνει στα σπίτια και να βλέπει τι διαβάζουν ή τι σειρές παρακολουθούν οι πολίτες. Επιστροφή στον Μεσαίωνα – ή στο Fahrenheit 451, δυστοπικό μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπερι από το μακρινό 1953 στο σημερινό 2026, στο οποίο οι… πυροσβέστες έκαιγαν τα «κακά» βιβλία,.

Μήπως διολισθαίνουμε στον ολοκληρωτισμό; Μήπως βρισκόμαστε ήδη εκεί, και μάλιστα με την ανοχή –αν όχι την υποστήριξη– των πολλών; Αυτό το τελευταίο είναι, ίσως, το χειρότερο: Πολλές από τις μεγάλες δικτατορίες της σύγχρονης εποχής ξεκίνησαν έχοντας τη λαϊκή υποστήριξη. Κατέληξαν όμως αντιδημοφιλείς όταν οι πολίτες –οι περισσότεροι από αυτούς, έστω– διαπίστωσαν πως έκαναν λάθος. Ήταν αργά, βεβαίως, και μπορεί να κατέρρευσαν εντέλει, στοίχισαν όμως πολλές χιλιάδες, εκατομμύρια νεκρούς ώσπου οι κοινωνίες να απαλλαγούν από τους καταπιεστές τους, οι οποίοι –να μην το ξεχνάμε– είχαν πλασαριστεί ως σωτήρες τους. Και παρόλο που κάποιες από αυτές επιβιώνουν ψευδεπίγραφες, όπως π.χ. η Ρωσία του Πούτιν ως κακέκτυπο (;) της ΕΣΣΔ, κάποιες νοτιοαμερικανικές (και όχι μόνο) «μπανανίες» ή ορισμένες αφρικανικές, ο κίνδυνος παραμονεύει σε κάθε δημοκρατική χώρα, με εισαγωγικά ή χωρίς. Ας επαγρυπνούμε, λοιπόν…

chrarv@philelefheros.com

Minority Report, ΕΛΕΥΘΕΡΑ 01.11.2026