Η επίγευση της τελετής απονομής των Βραβείων Θεάτρου Κύπρου.

Ζήσαμε μια ενδιαφέρουσα βραδιά το βράδυ της τελετής απονομής των Βραβείων Θεάτρου Κύπρου. Από κάθε άποψη. Όσον αφορά στην ουσία τους, δηλαδή την απόδοση τιμών στους καλλιτέχνες, στην τελετή καθαυτή, αλλά κι όσον αφορά στους χαιρετισμούς του προέδρου του ΘΟΚ, αλλά και του Προέδρου της Δημοκρατίας μπροστά και πίσω από τις λέξεις των οποίων τίθενται πολλά και ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά με τη θεατρική ζωή και την πολιτιστική πολιτική.

Δικαιωματικά, ξεκινώ από τους καλλιτέχνες, αυτούς που πρέπει να είναι οι πρωταγωνιστές της βραδιάς, που εύστοχα φέτος συνδέθηκε με την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, παρότι έχουν βάση οι ενστάσεις για την ολοένα αυξανόμενη χρονική απόσταση που χωρίζει την τελετή από τη θεατρική περίοδο που αφορά. Σίγουρα ο θεσμός δεν έχει την αίγλη και τη δυναμική των πρώτων χρόνων κι είναι πολλά και σύνθετα τα αίτια που συνέτειναν σ’ αυτό, αλλά βέβαια σε καμιά των περιπτώσεων αυτό δεν σημαίνει ότι προκύπτουν λόγοι για να περάσει στην ιστορία. Αρκεί να δει κανείς τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών, το πώς το ζουν. Είναι μια αφορμή να ανακαλέσουμε στη μνήμη ωραίες θεατρικές στιγμές και να υμνήσουμε μια σπουδαία τέχνη που είναι εξ ορισμού καταδικασμένη να λειτουργεί ως εφήμερη.

Στιγμές, όπως η καθολική αναγνώριση της βράβευσης ενός πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και η έκκλησή του να προσφερθούν στους νέους οι ευκαιρίες που δικαιούνται αποτελούν μέρος της ανθολογίας των περιστατικών που καθιστούν αυτόν τον θεσμό σημαντικό. Κι όλα αυτά πέρα από το πόσο συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις –πάντοτε αμφισβητήσιμες- αποφάσεις της Κριτικής Επιτροπής.

Από εκεί και πέρα, η τελετή ήταν σαφώς καλύτερη από προηγούμενα χρόνια. Το καλλιτεχνικό μέρος ήταν ενδιαφέρον, είχε ρυθμό και αισθητική και μια τηλεοπτικά φιλική αύρα. Βέβαια, για τον Φωκά Ευαγγελινό τέτοιου είδους θεάματα είναι ψωμοτύρι. Ενδεχομένως να μην είχαμε πειστεί απόλυτα για τη σπουδή που επέδειξε ο ΘΟΚ να του αναθέσει το γενικό πρόσταγμα, αν τα σκετσάκια δεν είχαν εκείνο το έντονα αυτοσαρκαστικό στοιχείο που απογείωσε το αποτέλεσμα. Κι όλα αυτά, παρά την αναποδιά με τη μη έλευση της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη που ξεπεράστηκε εντελώς ανώδυνα και μας έκανε να αναρωτιόμαστε τι περισσότερο θα μπορούσε να προσδώσει.

Οι χαιρετισμοί έβγαλαν ειδήσεις. Ο ΘΟΚ γνωστοποίησε τις προθέσεις του για το μέλλον του θεσμού μιλώντας για αναβάθμιση και επαναφορά των χρηματικών επάθλων αλλά και συμβόλαια συνεργασίας με το Κρατικό Θέατρο της χώρας. Για το πρώτο έχω να πω ότι είναι θετική κίνηση, αν και το χρήμα από μόνο του δεν φέρνει την ευτυχία και δεν εγγυάται την ενδυνάμωση του κύρους των βραβείων. Για το δεύτερο αρκεί να πω ότι περιέχει μια αντίφαση που προκύπτει από τον ίδιο κιόλας χαιρετισμό του Γιάννη Τουμαζή που μίλησε για ένα αύριο «που δίδει τη δυνατότητα στους σκηνοθέτες να επιλέγουν τους συνεργάτες τους».

Ο Γ. Τουμαζής επέλεξε το βήμα για να επιχειρηματολογήσει δημόσια για όσα προσάπτει στο ΔΣ μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα της θεατρικής κοινότητας. Η επιχειρηματολογία του ήταν βάσιμη, ψύχραιμη και περιείχε το στοιχείο της αυτοκριτικής. Όλα αυτά είναι ενθαρρυντικά, αλλά σίγουρα είναι μεγάλη η απόσταση που πρέπει να διανυθεί για την αντιστροφή του αρνητικού κλίματος. Τα μέλη χρειάζεται να έχουν γερό στομάχι, επίγνωση, αλλά και ανοιχτά αφτιά για να αφουγκράζονται την ντόπια καλλιτεχνική κοινότητα, η οποία εύλογα είναι αυστηρή και απαιτητική μ’ αυτούς που ορίζουν την τύχη της.

Αν και ορισμένες φορές φέρεται σαν να μην ξέρει τι της φταίει. Για παράδειγμα μου κάνει εντύπωση πώς αρκετοί από αυτούς αρνούνται να συνειδητοποιήσουν ότι εκτός από άκομψο και γελοίο το να διαχωρίζεις το καλλιτεχνικό δυναμικό σε Κύπριους και Ελλαδίτες, το να βρίσκεσαι στη θέση να αντιμετωπίζεις τους καλλιτέχνες από την Ελλάδα περίπου ως… έποικους, από ένα σημείο και μετά είναι απροκάλυπτα ρατσιστικό.

Όσο για την καταφανώς προεκλογικού χαρακτήρα ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, αυτή σηκώνει ειδικό αφιέρωμα.