Αν για να κάνεις θέατρο (… και σκι) είναι αρκετά δυο σανίδια κι ένα πάθος, για να κάνεις κινηματογράφο -στην Κύπρο τουλάχιστον- αρκούν δυο λειτουργοί κι ένα κουτσουρεμένο κονδύλι.
Για να είμαστε ακριβείς, εκτός από τα σανίδια, εν τη σοφία της η πολιτεία προσφέρει κάθε χρόνο ένα κονδύλι περί τα έξι εκατομμύρια για το θέατρο και την ανάπτυξή του, τη στιγμή που για τον κινηματογράφο προσφέρει ένα εκατομμύριο.
Κάποιος που είναι έξω από τα πράγματα, μόνο και μόνο μ’ αυτή την αντιδιαστολή μπορεί να αποκαταστήσει την «αδικία» κάνοντας μια σούμα και μοιράζοντας το ποσό διά δύο, προσφέροντας δηλαδή χοντρά-χοντρά από 3,5 εκατομμύρια και στις δύο τέχνες. Έτσι, το κράτος δεν χρειάζεται να βγάλει ούτε σεντ από τον προϋπολογισμό του κι ο κυπριακός κινηματογράφος μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για πραγματική ανάπτυξη.
Είμαι σίγουρος ότι σε αρκετούς από τους μπακάληδες που έρχονται και παρέρχονται στα κέντρα αποφάσεων, και βρέθηκαν σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον πολιτισμό, έχει περάσει από το μυαλό αυτή η απλοϊκή σκέψη. Όπως επίσης είμαι σίγουρος ότι άνθρωποι του θεάτρου που διαβάζουν τώρα αυτές τις γραμμές αισθάνονται ήδη μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά, στη σκέψη και μόνο ότι μπορεί κάποιος να πάρει στα σοβαρά μια τέτοια πρόταση, που θα έμοιαζε με την ταφόπλακα της θεατρικής ανάπτυξης. Ρωτήστε κι αυτούς που στριμώχνονται κάθε χρόνο στην ουρά για να κάνουν αίτηση επιχορήγησης επαγγελματικών παραγωγών και μετά κατακεραυνώνουν το σχέδιο επιχορήγησης.
Η λύση στην οικονομική διαχείριση των ζητημάτων του πολιτισμού δεν μπορεί να βασίζεται στη λογική «ο θάνατός σου η ζωή μου». Οι τέχνες δεν κανιβαλίζουν. Δεν νοείται να λειτουργούν η μια σε βάρος της άλλης. Κι αν αρκετοί δημιουργοί του κινηματογράφου χρησιμοποιούν σήμερα στη δημόσια συζήτηση το επιχείρημα της πολλαπλάσιας επιχορήγησης του θεάτρου, δεν εννοούν βεβαίως ότι το «καλομαθημένο» θέατρο παίρνει πολλά, αλλά ότι ο κινηματογράφος υποστηρίζεται με πενταροδεκάρες. Εκεί έφτασε λοιπόν το πράγμα; Να διακρίνουμε γενναιόδωρες μερίδες του λέοντος ανάμεσα σε ξεροκόμματα;
Αμφιβάλλω σοβαρά αν υπάρχει η παραμικρή συναίσθηση της σημασίας που έχει η επένδυση στον πολιτισμό. Και η περίπτωση του κινηματογράφου είναι ενδεικτική. Η γοητεία αυτής της τέχνης, και η ραγδαία ανάπτυξη και αξιοποίησή της στη σύγχρονη οπτικοακουστική εποχή, έχουν οδηγήσει σε αύξηση των ενδιαφερόμενων καλλιτεχνών και των δυνητικών πρότζεκτ, τη στιγμή που το σχετικό συνολικό κονδύλι για όλες τις μικρού και μεγάλου μήκους παραγωγές μειώνεται ή, στην καλύτερη περίπτωση, μένει στάσιμο σε επίπεδα που σε μια χολιγουντιανή παραγωγή δεν θα έφτανε ούτε για το δεκατιανό του συνεργείου.
Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών είναι να δημιουργούνται εντάσεις και παρεξηγήσεις μεταξύ των δημιουργών, αλλά και μεταξύ δημιουργών και συντονιστών. Κάπου εκεί, ανάμεσα στην ανάγκη του σκηνοθέτη για έκφραση και τη θεσμική αδιαφορία για την ανάπτυξη του κινηματογράφου, έχει τη ρίζα της και η εξεζητημένη εκδήλωση διαμαρτυρίας του σκηνοθέτη Πανίκκου Χρυσάνθου, όσο κι αν ο ίδιος, εν μέσω φορτισμένου πολιτικού κλίματος, βλέπει και φαντάσματα εκεί που δεν υπάρχουν. Το καλό, βέβαια, είναι ότι ηθελημένα ή άθελα στάθηκε αφορμή να ανακινηθεί και πάλι, και να επεκταθεί, η δόλια συζήτηση σχετικά με τον κυπριακό κινηματογράφο, το παρόν και το μέλλον του.
Είναι αυτονόητο και χιλιοειπωμένο, αλλά χρειάζεται να το επαναλάβουμε: Η ορθή διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών είναι μια επένδυση ανταποδοτικότατη σε βάθος χρόνου και πέραν των χρημάτων, απαιτεί πρωτίστως όραμα και αποφασιστικότητα. Στην περίπτωση του κινηματογράφου και του οπτικοακουστικού τομέα, το πλέον κραυγαλέο είναι η αδυναμία κατανόησης ότι η στήριξη και ενίσχυση, η ανάγκη εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου και σοβαρού προγράμματος από πλευράς της πολιτείας, δύναται να έχει, εκτός από τα ανεκτίμητα πνευματικά και κοινωνικά οφέλη, και αντίστοιχα οικονομικά. Για παράδειγμα, μέσω της προσέλκυσης ξένων παραγωγών και της εδραίωσης της Κύπρου στον χάρτη μιας παγκόσμιας, χρυσοφόρας και παντοδύναμης βιομηχανίας.
Κανονικά, δηλαδή, το υπουργείο Οικονομικών θα έπρεπε να κάνει μήνυση στον… εαυτό του για διαφυγόντα κέρδη.