«Έχω την εντύπωση πως το θέατρο στην Κύπρο θα πρέπει κάποια στιγμή –και σύντομα- να αυτοαναλυθεί και να επαναπροσδιορίσει την αποστολή του. Να προσελκύσει καινούριο υλικό, έμψυχο και άψυχο, που να προέρχεται από όλες τις κατευθύνσεις: θεατρικά έργα αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό που θα τα υπηρετήσει από όλες τις βαθμίδες». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Γιάννη Τουμαζή και τα εξέφραζε αρκετά χρόνια πριν αναλάβει πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΘΟΚ , σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Για το θέατρο…», το οποίο δημοσιεύτηκε στο ένδοξο πολιτιστικό ένθετο του Φιλελευθέρου «Υστερόγραφο».

Καποιος θα μπορούσε να σχολιάσει ότι ορισμένες φορές είναι καλύτερα να μασάμε παρά να μιλάμε. Η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε σήμερα να ηγείται του πιο ριζοσπαστικού αλλά και του πιο αμφιλεγόμενου διοικητικού σχήματος στην ιστορία του ΘΟΚ και κατ’ επέκταση στη σύγχρονη ιστορία του κυπριακού θεάτρου. Πολύ νερό κύλησε από τότε που κατέθετε αυτό το δικό του άτυπο «μανιφέστο» για την πρόοδο του κυπριακού θεάτρου.

Τα 3,5 χρόνια θητείας του υπό τον Γιάννη Τουμαζή σχήματος μέχρι τώρα αποδείχτηκαν πράγματι μεταβατικά για την πορεία του ΘΟΚ και του κυπριακού θεάτρου, αφού μιλάμε για μια εποχή όπου οι παγκόσμιες τάσεις της όμορφης αυτής τέχνης άρχισαν να επηρεάζουν πολύ πιο καθοριστικά την εγχώρια παραγωγή. Ειδικά τον ΘΟΚ, πολλοί έφτασαν να τον κατηγορούν πλέον για «υπερβολική εξωστρέφεια» και τον ίδιο τον Τουμαζή για συγκεντρωτισμό. Παράλληλα, αποφάσεις πολιτικής, όπως π.χ. αυτές που αφορούν το πλαίσιο επιχορηγήσεων έχουν δυναμιτίσει την ατμόσφαιρα στις σχέσεις των καλλιτεχνικών ομάδων με τον ΘΟΚ, αλλά και μεταξύ τους.

Σύσσωμη η καλλιτεχνική κοινότητα, αλλά και η κοινωνία μοιάζει κάποιες φορές να είναι συνεχώς έτοιμη να στήσει με το παραμικρό τον οργανισμό στον τοίχο, γεγονός που οδηγεί σε αδιέξοδες συζητήσεις που συχνότατα εκκινούν από μικροπολιτικά και μικροκομματικά συμφέροντα. Όντας στη δίνη ενός καλλιτεχνικού, αλλά και οικονομικού ανταγωνισμού, όλα δείχνουν ότι απέχουμε παρασάγγας από την εξασφάλιση της πολυπόθητης «θεατρικής ειρήνης».

Είναι μέσα σ’ αυτή την τεταμένη ατμόσφαιρα που έχει αναλάβει τα καθήκοντά του ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΟΚ. Ο Σάββας Κυριακίδης στις πρώτες του δημόσιες τοποθετήσεις έχει υιοθετήσει τόνους χαμηλούς και συμφιλιωτικούς, κάνοντας σαφές άνοιγμα στο εγχώριο καλλιτεχνικό δυναμικό, για το οποίο εκφράζει μια κατά τα φαινόμενα ειλικρινή διάθεση να το γνωρίσει καλύτερα. Δεν παριστάνει την αυθεντία κι έχει αποκλείσει κάθε είδους αποκλεισμούς. Ήδη με τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Κύπρο άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του, παρακολουθώντας συνεχώς παραστάσεις του ελεύθερου θεάτρου. Παράλληλα, συναντά κατ’ ιδίαν, σχεδόν καθημερινά, ανθρώπους του χώρου ως μέρος και μιας πυρετώδους διεργασίας προετοιμασίας του ρεπερτορίου της νέας χρονιάς, για την οποία έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος –όχι με δική του υπαιτιότητα. 

Η συχνή του παρουσία στη θεατρική πιάτσα θα έπρεπε βέβαια να είναι κάτι αυτονόητο κι όχι μόνο γιατί είναι απαραίτητο στο στάδιο αυτό να ενημερωθεί βαθύτερα, να γνωρίσει καλύτερα το κυπριακό θέατρο και τους ανθρώπους του. Αυτό είναι άλλωστε κάτι που οφείλουν να κάνουν και τα μέλη του ΔΣ, ειδικότερα αν λάβει κανείς υπόψη το δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια επωμίστηκαν επιπλέον αρμοδιότητες καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

Η ανάληψη των καθηκόντων του πρώτου καλλιτεχνικού διεθυντή σηματοδοτεί πλέον μια νέα εποχή για τον ΘΟΚ. Πιστώνεται με την απαραίτητη αποστασιοποίηση, την έξωθεν καλή μαρτυρία, το τεκμήριο της τιμιότητας και της αμεροληψίας και βέβαια με χρόνο και καλή διάθεση, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ουσιαστική παραγωγή έργου.

Για πρώτη φορά από τότε που πρωτοδιορίστηκαν, ο Γιάννης Τουμαζής και τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ, καλούνται να περιοριστούν και να εστιάσουν στα διοικητικά τους καθήκοντα και στο ολόκληρο βουνό από γραφειοκρατικές εκκρεμότητες και ευθύνες που συνεπάγεται η λειτουργία του ΘΟΚ. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα πρώτα δείγματα μιας εποχής όπου τα άλλοθι, υποχρεωτικά και απελευθερωτικά, θα καταρρεύσουν.